Μια γυναίκα σκύβει με απορία πάνω από μια ανοιχτή τουλίπα, όπου κάθεται ένα μικροσκοπικό κοριτσάκι Μια χοντρή βατραχίνα κι ο γιος της κοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια την Τοσοδούλα, που κοιμάται σε ένα καρυδότσουφλο δίπλα στο ποτάμι Η Τοσοδούλα ταξιδεύει στο ποτάμι πάνω σε ένα φύλλο νούφαρου, που το τραβά μια άσπρη πεταλούδα Μια καλόκαρδη γριά ποντικίνα δέχεται την Τοσοδούλα στη ζεστή της κάμαρα, κάτω από το χιονισμένο χωράφι Η Τοσοδούλα, μέσα στο σκοτεινό λαγούμι, με ένα κομμάτι ξύλο που λάμπει, σκεπάζει το χελιδόνι με μια κουβέρτα από σανό Ένας μικρός διάφανος πρίγκιπας με χρυσό στέμμα καλωσορίζει την Τοσοδούλα μέσα σε ένα μεγάλο άσπρο λουλούδι

Η Τοσοδούλα

Το κοριτσάκι στην τουλίπα · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−32:46

Από ένα μαγικό σπυρί κριθάρι φυτρώνει μια τουλίπα, και μέσα της κάθεται ένα κοριτσάκι όχι πιο μεγάλο από ένα δαχτυλάκι. Ένα τρυφερό παραμύθι του Άντερσεν για ένα μικροσκοπικό κορίτσι σε ένα μεγάλο ταξίδι στον κόσμο, μεταφρασμένο από το δανικό πρωτότυπο.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν · 33 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η Τοσοδούλα: το κείμενο του παραμυθιού

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1835). Μετάφραση από το δανικό πρωτότυπο «Tommelise».

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γυναίκα που λαχταρούσε τόσο πολύ να έχει ένα μικρό μικρούτσικο παιδάκι, αλλά δεν ήξερε καθόλου από πού θα μπορούσε να το βρει. Πήγε λοιπόν σε μια γριά μάγισσα και της είπε: «Θέλω τόσο πολύ, μέσα από την καρδιά μου, να έχω ένα μικρό παιδάκι. Δεν μου λες από πού μπορώ να βρω ένα;» «Α, αυτό θα το κανονίσουμε εύκολα!» είπε η μάγισσα. «Πάρε αυτό το σπυρί κριθάρι. Δεν είναι καθόλου σαν εκείνα που φυτρώνουν στο χωράφι του χωρικού ή που τρώνε οι κότες. Φύτεψέ το σε μια γλάστρα, και θα δεις τι θα γίνει!»

«Σ' ευχαριστώ πολύ!» είπε η γυναίκα, κι έδωσε στη μάγισσα δώδεκα δεκάρες. Ύστερα γύρισε στο σπίτι της και φύτεψε το σπυρί κριθάρι, κι αμέσως φύτρωσε ένα μεγάλο, πανέμορφο λουλούδι. Έμοιαζε ολόιδιο με τουλίπα, μόνο που τα πέταλά του ήταν σφιχτά κλεισμένα, σαν να ήταν ακόμα μπουμπούκι. «Τι χαριτωμένο λουλούδι!» είπε η γυναίκα, και φίλησε τα όμορφα κόκκινα και κίτρινα πέταλα. Μα τη στιγμή που τα φιλούσε, το λουλούδι άνοιξε με έναν δυνατό κρότο. Τώρα φαινόταν πως ήταν μια αληθινή τουλίπα, αλλά μέσα στο λουλούδι, πάνω στο πράσινο καρεκλάκι του, καθόταν ένα μικρό μικρούτσικο κοριτσάκι, τόσο λεπτό και χαριτωμένο. Ήταν τόση δα, δεν ήταν πιο μεγάλη από ένα δαχτυλάκι, γι' αυτό τη φώναξαν Τοσοδούλα.

Για κούνια είχε ένα όμορφο, βερνικωμένο καρυδότσουφλο, τα γαλάζια πέταλα από τις βιολέτες ήταν το στρωματάκι της κι ένα ροδοπέταλο το παπλωματάκι της. Εκεί κοιμόταν τη νύχτα, και τη μέρα έπαιζε πάνω στο τραπέζι, όπου η γυναίκα είχε βάλει ένα πιάτο με νερό και το είχε στολίσει γύρω γύρω με ένα στεφάνι από λουλούδια, που βουτούσαν τα κοτσάνια τους μέσα στο νερό. Στο νερό έπλεε ένα μεγάλο πέταλο τουλίπας, και πάνω του η Τοσοδούλα μπορούσε να κάθεται και να ταξιδεύει από τη μια άκρη του πιάτου στην άλλη. Για κουπιά είχε δυο άσπρες τρίχες από ουρά αλόγου. Ήταν πραγματικά πανέμορφο θέαμα. Ήξερε και να τραγουδά, ω, τόσο λεπτά και γλυκά, όσο δεν είχε ακούσει ποτέ κανείς εκεί.

Μια νύχτα, ενώ κοιμόταν στο όμορφο κρεβατάκι της, μπήκε πηδώντας από το παράθυρο μια άσχημη βατραχίνα, γιατί ένα τζάμι ήταν σπασμένο. Η βατραχίνα ήταν τόσο άσχημη, μεγάλη και γλιστερή. Πήδηξε ίσια πάνω στο τραπέζι, όπου η Τοσοδούλα κοιμόταν κάτω από το κόκκινο ροδοπέταλο. «Τι ωραία γυναίκα θα ήταν αυτή για τον γιο μου!» είπε η βατραχίνα. Έπιασε το καρυδότσουφλο όπου κοιμόταν η Τοσοδούλα, κι έφυγε πηδώντας μαζί του από το σπασμένο τζάμι, κάτω στον κήπο.

Εκεί κυλούσε ένα μεγάλο, πλατύ ποτάμι, αλλά κοντά στην όχθη είχε βάλτο και λάσπες. Εκεί έμενε η βατραχίνα με τον γιο της. Πω πω, κι αυτός ήταν άσχημος κι απαίσιος, έμοιαζε ολόιδιος με τη μάνα του. «Κουάξ, κουάξ, βρεκεκεκέξ!» ήταν το μόνο που μπορούσε να πει, όταν είδε το χαριτωμένο κοριτσάκι μέσα στο καρυδότσουφλο. «Μη μιλάς τόσο δυνατά, γιατί θα ξυπνήσει!» είπε η γριά βατραχίνα. «Μπορεί ακόμα να μας ξεφύγει, γιατί είναι ελαφριά σαν πούπουλο κύκνου. Θα τη βάλουμε έξω στο ποτάμι, πάνω σε ένα από τα πλατιά φύλλα του νούφαρου. Για εκείνη, που είναι τόσο ελαφριά και μικρή, θα είναι σαν νησί. Από εκεί δεν θα μπορεί να φύγει, όσο εμείς θα ετοιμάζουμε κάτω από τη λάσπη την ωραία κάμαρα, όπου θα μείνετε και θα φτιάξετε το σπιτικό σας.»

Έξω στο ποτάμι φύτρωναν πολλά νούφαρα με πλατιά πράσινα φύλλα, που μοιάζουν να επιπλέουν πάνω στο νερό. Το φύλλο που ήταν πιο μακριά από όλα ήταν και το πιο μεγάλο. Εκεί κολύμπησε η γριά βατραχίνα κι έβαλε πάνω του το καρυδότσουφλο με την Τοσοδούλα. Το καημένο το μικρούλι ξύπνησε πολύ νωρίς το πρωί, κι όταν είδε πού βρισκόταν, άρχισε να κλαίει πικρά, γιατί από όλες τις μεριές του μεγάλου πράσινου φύλλου υπήρχε νερό, και δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να βγει στη στεριά.

Η γριά βατραχίνα καθόταν κάτω στη λάσπη και στόλιζε την κάμαρά της με καλάμια και κίτρινα λουλούδια του νερού, γιατί έπρεπε όλα να είναι όμορφα για την καινούργια νύφη. Ύστερα κολύμπησε με τον άσχημο γιο της ως το φύλλο όπου στεκόταν η Τοσοδούλα. Ήθελαν να πάρουν το όμορφο κρεβατάκι της, για να το στήσουν στη νυφική κάμαρα, πριν έρθει εκεί κι η ίδια. Η γριά βατραχίνα έκανε μια βαθιά υπόκλιση μέσα στο νερό και της είπε: «Να, αυτός είναι ο γιος μου. Αυτός θα είναι ο άντρας σου, και θα ζήσετε τόσο ωραία κάτω στη λάσπη!» «Κουάξ, κουάξ, βρεκεκεκέξ!» ήταν το μόνο που μπορούσε να πει ο γιος.

Πήραν λοιπόν το χαριτωμένο κρεβατάκι κι έφυγαν κολυμπώντας μαζί του. Η Τοσοδούλα όμως καθόταν ολομόναχη πάνω στο πράσινο φύλλο κι έκλαιγε, γιατί δεν ήθελε να ζήσει με την απαίσια βατραχίνα, ούτε να πάρει για άντρα της τον άσχημο γιο της. Τα ψαράκια που κολυμπούσαν κάτω στο νερό είχαν δει τη βατραχίνα κι είχαν ακούσει τι είπε, γι' αυτό έβγαλαν τα κεφάλια τους από το νερό, γιατί ήθελαν να δουν το κοριτσάκι. Μόλις την είδαν, τους φάνηκε τόσο χαριτωμένη, και λυπήθηκαν τόσο πολύ που έπρεπε να πάει κάτω στην άσχημη βατραχίνα. Όχι, αυτό δεν έπρεπε να γίνει ποτέ! Μαζεύτηκαν κάτω στο νερό γύρω από το πράσινο κοτσάνι που κρατούσε το φύλλο όπου στεκόταν, και ροκάνισαν το κοτσάνι με τα δοντάκια τους. Και το φύλλο κατέβηκε με το ρεύμα του ποταμού, μαζί με την Τοσοδούλα, μακριά, πολύ μακριά, εκεί όπου η βατραχίνα δεν μπορούσε να φτάσει.

Η Τοσοδούλα πέρασε από πολλά μέρη, και τα πουλάκια που κάθονταν στους θάμνους την έβλεπαν και τραγουδούσαν: «Τι χαριτωμένη μικρή δεσποινίδα!» Το φύλλο με την Τοσοδούλα ταξίδευε όλο και πιο μακριά, κι έτσι εκείνη ταξίδεψε στα ξένα. Μια όμορφη μικρή άσπρη πεταλούδα πετούσε συνέχεια γύρω της, και στο τέλος κάθισε πάνω στο φύλλο, γιατί της άρεσε πολύ η Τοσοδούλα. Κι εκείνη ήταν τόσο ευχαριστημένη, γιατί τώρα η βατραχίνα δεν μπορούσε να τη φτάσει, κι εκεί όπου ταξίδευε ήταν τόσο όμορφα. Ο ήλιος έλαμπε πάνω στο νερό, κι αυτό άστραφτε σαν το πιο όμορφο χρυσάφι. Τότε η Τοσοδούλα πήρε τη ζώνη της, έδεσε τη μια άκρη στην πεταλούδα και την άλλη άκρη τη στερέωσε στο φύλλο. Το φύλλο γλιστρούσε τώρα πολύ πιο γρήγορα, κι εκείνη μαζί του, αφού στεκόταν πάνω του.

Εκείνη τη στιγμή ήρθε πετώντας ένα μεγάλο σκαθάρι. Την είδε, κι αμέσως τύλιξε το νύχι του γύρω από τη λεπτή της μέση και πέταξε μαζί της πάνω σε ένα δέντρο. Το πράσινο φύλλο όμως συνέχισε να κατεβαίνει το ποτάμι, κι η πεταλούδα πετούσε μαζί του, γιατί ήταν δεμένη πάνω του και δεν μπορούσε να λυθεί. Θεέ μου, πόσο τρόμαξε η καημένη η Τοσοδούλα, όταν το σκαθάρι πέταξε μαζί της πάνω στο δέντρο! Πιο πολύ όμως λυπόταν για την όμορφη άσπρη πεταλούδα, που την είχε δέσει στο φύλλο. Αν δεν μπορούσε να λυθεί, θα πέθαινε από την πείνα. Αλλά το σκαθάρι δεν νοιαζόταν καθόλου γι' αυτό.

Κάθισε μαζί της πάνω στο πιο μεγάλο πράσινο φύλλο του δέντρου, της έδωσε να φάει τον γλυκό χυμό των λουλουδιών και της είπε πως ήταν πολύ χαριτωμένη, παρόλο που δεν έμοιαζε καθόλου με σκαθάρι. Αργότερα ήρθαν να τους επισκεφτούν όλα τα άλλα σκαθάρια που ζούσαν στο δέντρο. Κοίταζαν την Τοσοδούλα, κι οι δεσποινίδες σκαθάρια κούνησαν τις κεραίες τους κι είπαν: «Μα αυτή έχει μόνο δυο πόδια, τι φτωχούλικο!» «Δεν έχει ούτε κεραίες!» είπε μια άλλη. «Είναι τόσο λεπτή στη μέση! Μοιάζει με άνθρωπο! Τι άσχημη που είναι!» είπαν όλες οι κυρίες σκαθάρια.

Η Τοσοδούλα όμως ήταν τόσο χαριτωμένη! Έτσι το έβλεπε και το σκαθάρι που την είχε πάρει, αλλά επειδή όλοι οι άλλοι έλεγαν πως ήταν άσχημη, στο τέλος το πίστεψε κι αυτό και δεν την ήθελε πια. Μπορούσε να πάει όπου ήθελε. Πέταξαν μαζί της κάτω από το δέντρο και την άφησαν πάνω σε μια μαργαρίτα. Εκεί έκλαιγε, γιατί ήταν τόσο άσχημη που ούτε τα σκαθάρια δεν την ήθελαν. Κι όμως ήταν το πιο όμορφο κορίτσι που μπορεί να φανταστεί κανείς, τόσο λεπτή και φωτεινή σαν το πιο όμορφο ροδοπέταλο.

Όλο το καλοκαίρι η καημένη η Τοσοδούλα έζησε ολομόναχη στο μεγάλο δάσος. Έπλεξε ένα κρεβάτι από λεπτά χορτάρια και το κρέμασε κάτω από ένα μεγάλο φύλλο λάπαθου, για να μη βρέχεται. Μάζευε τον γλυκό χυμό από τα λουλούδια κι έτρωγε, κι έπινε τη δροσιά που κάθε πρωί έμενε πάνω στα φύλλα. Έτσι πέρασε το καλοκαίρι κι έτσι το φθινόπωρο. Ύστερα όμως ήρθε ο χειμώνας, ο κρύος, μακρύς χειμώνας. Όλα τα πουλιά που της τραγουδούσαν τόσο όμορφα έφυγαν μακριά, τα δέντρα και τα λουλούδια μαράθηκαν, και το μεγάλο φύλλο λάπαθου, που ζούσε από κάτω του, κουλουριάστηκε κι έγινε μόνο ένα κίτρινο, μαραμένο κοτσάνι.

Κρύωνε φοβερά, γιατί το φορεματάκι της είχε σκιστεί, κι η ίδια ήταν τόσο λεπτή και μικρή, η καημένη η Τοσοδούλα. Κινδύνευε να ξεπαγιάσει. Άρχισε να χιονίζει, και κάθε νιφάδα που έπεφτε πάνω της ήταν σαν να μας ρίχνουν εμάς ένα ολόκληρο φτυάρι χιόνι, γιατί εμείς είμαστε μεγάλοι κι εκείνη ήταν μόνο όσο ένα δαχτυλάκι. Τυλίχτηκε σε ένα ξερό φύλλο, αλλά αυτό δεν τη ζέσταινε, κι έτρεμε από το κρύο.

Ακριβώς έξω από το δάσος, όπου είχε φτάσει τώρα, απλωνόταν ένα μεγάλο χωράφι με σιτάρι. Το σιτάρι όμως το είχαν θερίσει από καιρό, και μόνο γυμνά, ξερά καλαμάκια ξεπρόβαλλαν από την παγωμένη γη. Για εκείνη ήταν σαν ένα ολόκληρο δάσος, που έπρεπε να το περάσει. Ω, πόσο έτρεμε από το κρύο! Έτσι έφτασε στην πόρτα της ποντικίνας του χωραφιού. Η πόρτα ήταν μια μικρή τρύπα κάτω από τα καλαμάκια. Εκεί ζούσε η ποντικίνα ζεστά κι ωραία, είχε όλη της την κάμαρα γεμάτη σιτάρι, μια όμορφη κουζίνα κι ένα κελάρι. Η καημένη η Τοσοδούλα στάθηκε μέσα από την πόρτα, σαν ένα φτωχό ζητιανάκι, και ζήτησε ένα κομματάκι από ένα σπυρί κριθάρι, γιατί εδώ και δυο μέρες δεν είχε φάει τίποτα απολύτως.

«Καημένο μικρούλι!» είπε η ποντικίνα, γιατί στο βάθος ήταν μια καλή γριά ποντικίνα. «Έλα μέσα στη ζεστή μου κάμαρα και φάε μαζί μου!» Κι επειδή της άρεσε η Τοσοδούλα, της είπε: «Μπορείς να μείνεις μαζί μου τον χειμώνα, αλλά θα μου κρατάς την κάμαρα καθαρή και θα μου λες ιστορίες, γιατί μου αρέσουν πολύ.» Κι η Τοσοδούλα έκανε ό,τι της ζητούσε η καλή γριά ποντικίνα, και περνούσε πολύ καλά.

«Σε λίγο θα έχουμε επίσκεψη!» είπε η ποντικίνα. «Ο γείτονάς μου έρχεται να με δει μια φορά την εβδομάδα. Αυτός ζει ακόμα πιο άνετα από μένα, έχει μεγάλες αίθουσες και φοράει μια πανέμορφη μαύρη βελούδινη γούνα. Αν μπορούσες να τον πάρεις για άντρα, θα ήσουν καλά τακτοποιημένη. Μόνο που δεν βλέπει. Πρέπει να του πεις τις πιο ωραίες ιστορίες που ξέρεις!»

Η Τοσοδούλα όμως δεν έδινε σημασία, δεν ήθελε καθόλου τον γείτονα, γιατί ήταν τυφλοπόντικας. Εκείνος ήρθε να τις επισκεφτεί με τη μαύρη βελούδινη γούνα του. Ήταν τόσο πλούσιος και τόσο μορφωμένος, έλεγε η ποντικίνα. Και το σπίτι του ήταν πάνω από είκοσι φορές μεγαλύτερο από της ποντικίνας, και γνώσεις είχε πολλές, αλλά τον ήλιο και τα όμορφα λουλούδια δεν τα χώνευε καθόλου. Μιλούσε άσχημα γι' αυτά, γιατί δεν τα είχε δει ποτέ. Η Τοσοδούλα έπρεπε να τραγουδήσει, και τραγούδησε και το «Πέτα, σκαθαράκι, πέτα» και το «Ο καλόγερος περπατά στο λιβάδι». Τότε ο τυφλοπόντικας την ερωτεύτηκε για την όμορφη φωνή της, αλλά δεν είπε τίποτα, γιατί ήταν πολύ σοβαρός και μετρημένος κύριος.

Πριν από λίγο καιρό είχε σκάψει μέσα στη γη ένα μακρύ λαγούμι, από το δικό του σπίτι ως το δικό τους, κι η ποντικίνα κι η Τοσοδούλα μπορούσαν να κάνουν περίπατο εκεί όποτε ήθελαν. Τις παρακάλεσε όμως να μη φοβηθούν το νεκρό πουλί που ήταν πεσμένο στο λαγούμι. Ήταν ένα ολόκληρο πουλί με φτερά και ράμφος, που σίγουρα είχε πεθάνει πριν από πολύ λίγο, όταν άρχισε ο χειμώνας, και τώρα ήταν θαμμένο ακριβώς εκεί όπου εκείνος είχε ανοίξει το λαγούμι του.

Ο τυφλοπόντικας πήρε στο στόμα του ένα κομμάτι σάπιο ξύλο, γιατί αυτό λάμπει σαν φωτιά μέσα στο σκοτάδι, προχώρησε μπροστά και τους έφεγγε στο μακρύ, σκοτεινό λαγούμι. Όταν έφτασαν εκεί όπου βρισκόταν το νεκρό πουλί, ο τυφλοπόντικας ακούμπησε την πλατιά του μύτη στο ταβάνι κι έσπρωξε το χώμα προς τα πάνω, ώσπου άνοιξε μια μεγάλη τρύπα, κι από εκεί μπήκε μέσα το φως. Στη μέση του δαπέδου ήταν πεσμένο ένα νεκρό χελιδόνι, με τα όμορφα φτερά του σφιχτά κολλημένα στο σώμα του, και με τα πόδια και το κεφάλι κρυμμένα κάτω από τα φτερά. Το καημένο το πουλί σίγουρα είχε πεθάνει από το κρύο. Η Τοσοδούλα το λυπήθηκε τόσο πολύ. Αγαπούσε τόσο όλα τα μικρά πουλιά, που όλο το καλοκαίρι της τραγουδούσαν και τιτίβιζαν τόσο όμορφα. Ο τυφλοπόντικας όμως το σκούντησε με τα κοντά του πόδια και είπε: «Τώρα δεν τιτιβίζει πια! Τι θλιβερό πρέπει να είναι να γεννηθείς μικρό πουλί! Δόξα τω Θεώ, κανένα από τα παιδιά μου δεν θα γίνει πουλί. Ένα τέτοιο πουλί δεν έχει τίποτε άλλο από το τιτίβισμά του, και τον χειμώνα πεθαίνει από την πείνα!»

«Ναι, πολύ σωστά το λέτε, εσείς που είστε άνθρωπος με μυαλό», είπε η ποντικίνα. «Τι κερδίζει το πουλί απ' όλο του το τιτίβισμα, όταν έρθει ο χειμώνας; Πρέπει να πεινάσει και να παγώσει. Αλλά αυτό, λένε, είναι κάτι πολύ σπουδαίο!» Η Τοσοδούλα δεν είπε τίποτα, αλλά όταν οι δυο άλλοι γύρισαν την πλάτη στο πουλί, έσκυψε, παραμέρισε τα φτερά που σκέπαζαν το κεφάλι του και το φίλησε στα κλειστά του μάτια. «Ίσως να ήταν αυτό που μου τραγουδούσε τόσο όμορφα το καλοκαίρι», σκέφτηκε. «Πόση χαρά μου έδωσε, το αγαπημένο, όμορφο πουλάκι!»

Ο τυφλοπόντικας έκλεισε τώρα την τρύπα από όπου έμπαινε το φως της μέρας και συνόδευσε τις κυρίες στο σπίτι τους. Τη νύχτα όμως η Τοσοδούλα δεν μπορούσε καθόλου να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από το κρεβάτι της κι έπλεξε από σανό μια μεγάλη, όμορφη κουβέρτα. Την κατέβασε κάτω και τύλιξε μ' αυτήν το νεκρό πουλί. Στα πλάγια του έβαλε μαλακό βαμβάκι, που είχε βρει στην κάμαρα της ποντικίνας, για να ζεσταίνεται το πουλί μέσα στην κρύα γη.

«Αντίο, όμορφο μικρό πουλάκι!» είπε. «Αντίο κι ευχαριστώ για το υπέροχο τραγούδι σου το καλοκαίρι, τότε που όλα τα δέντρα ήταν πράσινα κι ο ήλιος μας ζέσταινε τόσο γλυκά!» Ύστερα ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του πουλιού, αλλά αμέσως τρόμαξε πολύ, γιατί της φάνηκε πως κάτι χτυπούσε εκεί μέσα. Ήταν η καρδιά του πουλιού. Το πουλί δεν ήταν νεκρό, ήταν μόνο μουδιασμένο από το κρύο, και τώρα είχε ζεσταθεί κι είχε ξαναζωντανέψει. Το φθινόπωρο, βλέπετε, όλα τα χελιδόνια πετούν μακριά, στις ζεστές χώρες. Αν όμως κάποιο αργήσει, κρυώνει τόσο πολύ, που πέφτει κάτω σαν νεκρό, μένει εκεί όπου έπεσε, και το κρύο χιόνι το σκεπάζει.

Η Τοσοδούλα έτρεμε ολόκληρη, τόσο πολύ είχε τρομάξει, γιατί το πουλί ήταν πελώριο μπροστά της, που ήταν μόνο όσο ένα δαχτυλάκι. Πήρε όμως κουράγιο, τύλιξε ακόμα πιο σφιχτά το βαμβάκι γύρω από το καημένο το χελιδόνι, έφερε ένα φύλλο δυόσμου, που το είχε η ίδια για πάπλωμα, και το έβαλε πάνω στο κεφάλι του πουλιού. Την επόμενη νύχτα κατέβηκε πάλι κρυφά ως εκεί. Τώρα το χελιδόνι ήταν ολοζώντανο, αλλά τόσο αδύναμο, που μπόρεσε να ανοίξει τα μάτια του μόνο για μια στιγμή και να δει την Τοσοδούλα. Εκείνη στεκόταν μπροστά του κρατώντας στο χέρι ένα κομμάτι σάπιο ξύλο που έλαμπε, γιατί άλλο φανάρι δεν είχε.

«Σ' ευχαριστώ, χαριτωμένο μου κοριτσάκι!» της είπε το άρρωστο χελιδόνι. «Ζεστάθηκα τόσο ωραία! Σε λίγο θα ξαναβρώ τη δύναμή μου και θα μπορέσω να πετάξω πάλι έξω, στον ζεστό ήλιο!» «Ω», είπε η Τοσοδούλα, «έξω κάνει τόσο κρύο, χιονίζει και παγώνει! Μείνε εσύ στο ζεστό σου κρεβάτι, κι εγώ θα σε φροντίσω!»

Έφερε λοιπόν στο χελιδόνι νερό μέσα σε ένα πέταλο, κι εκείνο ήπιε και της διηγήθηκε πως είχε σκίσει τη μια του φτερούγα σε έναν θάμνο με αγκάθια, και γι' αυτό δεν μπορούσε να πετάξει τόσο γρήγορα όσο τα άλλα χελιδόνια, όταν εκείνα έφυγαν μακριά, πολύ μακριά, για τις ζεστές χώρες. Στο τέλος είχε πέσει κάτω στη γη, αλλά τίποτε άλλο δεν θυμόταν, και δεν ήξερε καθόλου πώς είχε βρεθεί εκεί. Όλο τον χειμώνα έμεινε εκεί κάτω, κι η Τοσοδούλα ήταν καλή μαζί του και το αγαπούσε πολύ. Ούτε ο τυφλοπόντικας ούτε η ποντικίνα έμαθαν τίποτα, γιατί δεν τους άρεσε καθόλου το καημένο το φτωχό χελιδόνι.

Μόλις ήρθε η άνοιξη κι ο ήλιος ζέστανε τη γη, η Τοσοδούλα άνοιξε την τρύπα που είχε κάνει από πάνω ο τυφλοπόντικας, και το χελιδόνι την αποχαιρέτησε. Ο ήλιος έλαμπε τόσο όμορφα κι έφτανε ως κάτω, κοντά τους. Το χελιδόνι τη ρώτησε αν ήθελε να πάει μαζί του. Μπορούσε να καθίσει στην πλάτη του, και θα πετούσαν μακριά, στο πράσινο δάσος. Η Τοσοδούλα όμως ήξερε πως η γριά ποντικίνα θα λυπόταν πολύ, αν την άφηνε έτσι.

«Όχι, δεν μπορώ!» είπε η Τοσοδούλα. «Αντίο, αντίο, καλό μου, χαριτωμένο κορίτσι!» είπε το χελιδόνι και πέταξε έξω στον ήλιο. Η Τοσοδούλα το κοίταζε να φεύγει, και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, γιατί αγαπούσε πολύ το καημένο το χελιδόνι. «Τσιβίτ, τσιβίτ!» τραγούδησε το πουλί, και πέταξε μακριά στο πράσινο δάσος.

Η Τοσοδούλα ήταν πολύ λυπημένη. Δεν της επέτρεπαν καθόλου να βγει έξω στον ζεστό ήλιο. Και το σιτάρι, που το είχαν σπείρει στο χωράφι πάνω από το σπίτι της ποντικίνας, μεγάλωσε ψηλά στον ουρανό, κι ήταν σαν ένα πυκνό δάσος για το καημένο το κοριτσάκι, που ήταν μόνο όσο ένα δαχτυλάκι. «Αυτό το καλοκαίρι θα ράψεις την προίκα σου!» της είπε η ποντικίνα, γιατί τώρα ο γείτονας, ο βαρετός τυφλοπόντικας με τη μαύρη βελούδινη γούνα, είχε ζητήσει το χέρι της. «Θα έχεις και μάλλινα και λινά! Θα έχεις στρωσίδια για να κάθεσαι και να ξαπλώνεις, όταν γίνεις η γυναίκα του τυφλοπόντικα!»

Η Τοσοδούλα έπρεπε να γνέθει με τη ρόκα, κι η ποντικίνα πήρε στη δουλειά τέσσερις αράχνες, να γνέθουν και να υφαίνουν νύχτα μέρα. Κάθε βράδυ ο τυφλοπόντικας ερχόταν επίσκεψη, κι έλεγε πάντα πως, όταν θα τελείωνε το καλοκαίρι, ο ήλιος δεν θα έκαιγε πια τόσο πολύ, ενώ τώρα έψηνε τη γη και την έκανε σκληρή σαν πέτρα. Ναι, μόλις θα τελείωνε το καλοκαίρι, θα γινόταν ο γάμος με την Τοσοδούλα. Εκείνη όμως δεν ήταν καθόλου χαρούμενη, γιατί δεν της άρεσε ο βαρετός τυφλοπόντικας. Κάθε πρωί, όταν έβγαινε ο ήλιος, και κάθε βράδυ, όταν βασίλευε, γλιστρούσε κρυφά έξω από την πόρτα. Κι όταν ο αέρας χώριζε τα στάχυα κι έβλεπε τον γαλανό ουρανό, σκεφτόταν πόσο φωτεινά και όμορφα ήταν εκεί έξω, κι ευχόταν τόσο πολύ να ξαναδεί το αγαπημένο της χελιδόνι. Εκείνο όμως δεν ξαναγύρισε ποτέ. Σίγουρα πετούσε κάπου μακριά, στο όμορφο πράσινο δάσος.

Όταν ήρθε το φθινόπωρο, η Τοσοδούλα είχε έτοιμη όλη της την προίκα. «Σε τέσσερις εβδομάδες θα κάνεις τον γάμο σου!» της είπε η ποντικίνα. Η Τοσοδούλα όμως έκλαψε κι είπε πως δεν ήθελε τον βαρετό τυφλοπόντικα.

«Ανοησίες!» είπε η ποντικίνα. «Μην είσαι ξεροκέφαλη, αλλιώς θα σε δαγκώσω με το άσπρο μου δόντι! Έναν υπέροχο άντρα παίρνεις! Τέτοια μαύρη βελούδινη γούνα δεν έχει ούτε η ίδια η βασίλισσα! Έχει γεμάτη την κουζίνα και το κελάρι. Να ευχαριστείς τον Θεό γι' αυτόν!»

Έφτασε λοιπόν η μέρα του γάμου. Ο τυφλοπόντικας είχε έρθει κιόλας να πάρει την Τοσοδούλα. Θα έμενε μαζί του βαθιά κάτω από τη γη, και ποτέ δεν θα έβγαινε στον ζεστό ήλιο, γιατί εκείνος δεν τον άντεχε. Το καημένο το κορίτσι ήταν τόσο λυπημένο, γιατί τώρα έπρεπε να αποχαιρετήσει τον όμορφο ήλιο, που, όσο ζούσε με την ποντικίνα, μπορούσε τουλάχιστον να τον βλέπει από την πόρτα.

«Αντίο, λαμπερέ μου ήλιε!» είπε κι άπλωσε τα χέρια της ψηλά στον ουρανό. Βγήκε και λίγο έξω από το σπίτι της ποντικίνας, γιατί τώρα το σιτάρι το είχαν θερίσει, κι είχαν μείνει μόνο τα ξερά καλαμάκια. «Αντίο, αντίο!» είπε, κι αγκάλιασε ένα μικρό κόκκινο λουλούδι που φύτρωνε εκεί. «Χαιρέτα μου το μικρό χελιδόνι, αν το δεις!»

«Τσιβίτ, τσιβίτ!» ακούστηκε εκείνη τη στιγμή πάνω από το κεφάλι της. Σήκωσε τα μάτια, κι ήταν το μικρό χελιδόνι, που περνούσε ακριβώς από εκεί. Μόλις είδε την Τοσοδούλα, χάρηκε τόσο πολύ. Εκείνη του είπε πως δεν ήθελε με τίποτα να πάρει για άντρα τον άσχημο τυφλοπόντικα, και πως θα έπρεπε να ζήσει βαθιά κάτω από τη γη, όπου δεν λάμπει ποτέ ο ήλιος. Και δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι έβαλε τα κλάματα.

«Τώρα έρχεται ο κρύος χειμώνας», είπε το μικρό χελιδόνι. «Εγώ θα πετάξω μακριά, στις ζεστές χώρες. Θέλεις να έρθεις μαζί μου; Μπορείς να καθίσεις στην πλάτη μου! Μόνο δέσου καλά με τη ζώνη σου, και θα πετάξουμε μακριά από τον άσχημο τυφλοπόντικα και τη σκοτεινή του κάμαρα, μακριά, πάνω από τα βουνά, στις ζεστές χώρες, όπου ο ήλιος λάμπει πιο όμορφα από εδώ, όπου είναι πάντα καλοκαίρι κι υπάρχουν υπέροχα λουλούδια. Έλα, πέτα μαζί μου, γλυκιά μου μικρή Τοσοδούλα, εσύ που μου έσωσες τη ζωή, όταν ήμουν ξαπλωμένο, παγωμένο, μέσα στο σκοτεινό υπόγειο κάτω από τη γη!»

«Ναι, θα έρθω μαζί σου!» είπε η Τοσοδούλα, κι ανέβηκε στην πλάτη του πουλιού, με τα πόδια της πάνω στην ανοιχτή του φτερούγα. Έδεσε τη ζώνη της σε ένα από τα πιο γερά φτερά, κι ύστερα το χελιδόνι πέταξε ψηλά στον αέρα, πάνω από δάση και λίμνες, ψηλά πάνω από τα μεγάλα βουνά, όπου υπάρχει πάντα χιόνι. Η Τοσοδούλα κρύωνε στον παγωμένο αέρα, μα τότε χώθηκε κάτω από τα ζεστά φτερά του πουλιού κι έβγαζε έξω μόνο το κεφαλάκι της, για να βλέπει όλη την ομορφιά από κάτω της.

Έτσι έφτασαν στις ζεστές χώρες. Εκεί ο ήλιος έλαμπε πολύ πιο φωτεινός από εδώ, ο ουρανός ήταν δυο φορές πιο ψηλός, και στα χαντάκια και στους φράχτες φύτρωναν τα πιο όμορφα πράσινα και μπλε σταφύλια. Στα δάση κρέμονταν λεμόνια και πορτοκάλια, μύριζε μυρτιά και δυόσμο, και στους δρόμους έτρεχαν τα πιο χαριτωμένα παιδιά κι έπαιζαν με μεγάλες, πολύχρωμες πεταλούδες. Το χελιδόνι όμως πέταξε ακόμα πιο μακριά, κι όλα γίνονταν όλο και πιο όμορφα. Κάτω από τα πιο υπέροχα πράσινα δέντρα, δίπλα σε μια γαλάζια λίμνη, υψωνόταν ένα κάτασπρο μαρμάρινο παλάτι, από τα παλιά τα χρόνια. Τα κλήματα τυλίγονταν γύρω από τις ψηλές κολόνες, και πάνω πάνω ήταν πολλές χελιδονοφωλιές. Σε μια από αυτές έμενε το χελιδόνι που κουβαλούσε την Τοσοδούλα.

«Εδώ είναι το σπίτι μου!» είπε το χελιδόνι. «Αν όμως διαλέξεις μόνη σου ένα από τα υπέροχα λουλούδια που φυτρώνουν εκεί κάτω, θα σε βάλω μέσα του, και θα περνάς τόσο όμορφα, όσο μπορείς να ευχηθείς!» «Αυτό θα ήταν υπέροχο!» είπε η Τοσοδούλα, και χτύπησε παλαμάκια με τα χεράκια της.

Στο έδαφος ήταν πεσμένη μια μεγάλη άσπρη μαρμάρινη κολόνα, που είχε σπάσει σε τρία κομμάτια, κι ανάμεσά τους φύτρωναν τα πιο όμορφα μεγάλα άσπρα λουλούδια. Το χελιδόνι πέταξε κάτω με την Τοσοδούλα και την άφησε πάνω σε ένα από τα πλατιά πέταλα. Μα πόσο παραξενεύτηκε! Στη μέση του λουλουδιού καθόταν ένα ανθρωπάκι, τόσο άσπρο και διάφανο, σαν να ήταν από γυαλί. Φορούσε στο κεφάλι το πιο χαριτωμένο χρυσό στέμμα και είχε στους ώμους τα πιο όμορφα διάφανα φτερά, κι ο ίδιος δεν ήταν καθόλου πιο μεγάλος από την Τοσοδούλα. Ήταν ο άγγελος του λουλουδιού. Σε κάθε λουλούδι ζούσε ένα τέτοιο ανθρωπάκι, άντρας ή γυναίκα, αλλά αυτός ήταν ο βασιλιάς όλων.

«Θεέ μου, πόσο όμορφος είναι!» ψιθύρισε η Τοσοδούλα στο χελιδόνι. Ο μικρός πρίγκιπας τρόμαξε πολύ με το χελιδόνι, γιατί μπροστά σε εκείνον, που ήταν τόσο μικρός και λεπτός, ήταν ένα γιγάντιο πουλί. Όταν όμως είδε την Τοσοδούλα, χάρηκε τόσο πολύ, γιατί ήταν το πιο όμορφο κορίτσι που είχε δει ποτέ. Γι' αυτό έβγαλε το χρυσό στέμμα από το κεφάλι του και το έβαλε στο δικό της. Τη ρώτησε πώς τη λένε κι αν ήθελε να γίνει γυναίκα του, και τότε θα γινόταν βασίλισσα όλων των λουλουδιών. Ναι, αυτός ήταν πραγματικά άλλος άντρας από τον γιο της βατραχίνας και τον τυφλοπόντικα με τη μαύρη βελούδινη γούνα!

Είπε λοιπόν το ναι στον όμορφο πρίγκιπα. Κι από κάθε λουλούδι βγήκε μια κυρία ή ένας κύριος, τόσο χαριτωμένοι που ήταν χαρά να τους βλέπεις, κι ο καθένας έφερε στην Τοσοδούλα ένα δώρο. Το καλύτερο απ' όλα όμως ήταν ένα ζευγάρι όμορφα φτερά από μια μεγάλη άσπρη μύγα. Της τα στερέωσαν στην πλάτη, κι έτσι μπορούσε κι αυτή να πετά από λουλούδι σε λουλούδι. Όλα ήταν γεμάτα χαρά. Το μικρό χελιδόνι καθόταν ψηλά στη φωλιά του και τους τραγουδούσε όσο πιο όμορφα μπορούσε, αλλά μέσα στην καρδιά του ήταν λυπημένο, γιατί αγαπούσε τόσο πολύ την Τοσοδούλα και δεν θα ήθελε ποτέ να χωριστεί από εκείνη.

«Δεν θα σε λένε πια Τοσοδούλα!» της είπε ο άγγελος του λουλουδιού. «Είναι άσχημο όνομα, κι εσύ είσαι τόσο όμορφη. Θα σε λέμε Μάγια!» «Αντίο, αντίο!» είπε το μικρό χελιδόνι, και πέταξε πάλι μακριά από τις ζεστές χώρες, πίσω στη Δανία. Εκεί είχε μια μικρή φωλιά πάνω από το παράθυρο του ανθρώπου που ξέρει να λέει παραμύθια. Σε εκείνον τραγούδησε «Τσιβίτ, τσιβίτ!», κι από εκεί την ξέρουμε κι εμείς όλη αυτή την ιστορία.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.