Δυο πονηροί υφαντές υπόσχονται στον αυτοκράτορα ένα μαγικό ύφασμα, που οι ανόητοι δεν μπορούν να το δουν. Ένα σκανταλιάρικο παραμύθι του Άντερσεν για το πόσο δύσκολο είναι να πεις αυτό που κανείς δεν θέλει να ακούσει, μεταφρασμένο από το δανικό πρωτότυπο.
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν · 12 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη
Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα: το κείμενο του παραμυθιού
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1837). Μετάφραση από το δανικό πρωτότυπο «Keiserens nye Klæder».
Πριν από πολλά χρόνια ζούσε ένας αυτοκράτορας που αγαπούσε τόσο πολύ τα ωραία καινούργια ρούχα, ώστε ξόδευε όλα του τα λεφτά για να είναι πάντα στολισμένος. Δεν νοιαζόταν για τους στρατιώτες του, δεν νοιαζόταν ούτε για το θέατρο ούτε για τις βόλτες με την άμαξα στο δάσος, παρά μόνο όταν μπορούσε να δείξει τα καινούργια του ρούχα. Για κάθε ώρα της ημέρας είχε κι ένα άλλο ρούχο. Και όπως για έναν βασιλιά λένε πως είναι στο συμβούλιο, έτσι εδώ έλεγαν πάντα: «Ο αυτοκράτορας είναι στην γκαρνταρόμπα!»
Στη μεγάλη πόλη όπου ζούσε, η ζωή κυλούσε πολύ χαρούμενα, και κάθε μέρα έφταναν πολλοί ξένοι. Μια μέρα ήρθαν δυο απατεώνες. Έλεγαν πως ήταν υφαντές και πως ήξεραν να υφαίνουν το πιο υπέροχο ύφασμα που μπορεί να φανταστεί κανείς. Όχι μόνο τα χρώματα και το σχέδιό του ήταν ασυνήθιστα όμορφα, αλλά και τα ρούχα που ράβονταν από αυτό το ύφασμα είχαν μια θαυμαστή ιδιότητα: γίνονταν αόρατα για κάθε άνθρωπο που δεν ήταν άξιος για τη θέση του ή που ήταν ασυγχώρητα ανόητος.
«Τι υπέροχα ρούχα θα ήταν αυτά!» σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Αν τα φορούσα, θα μπορούσα να καταλάβω ποιοι άνθρωποι στην αυτοκρατορία μου δεν είναι άξιοι για τη θέση που έχουν. Θα ξεχώριζα τους έξυπνους από τους ανόητους! Ναι, αυτό το ύφασμα πρέπει να μου το υφάνουν αμέσως!» Κι έδωσε στους δυο απατεώνες πολλά λεφτά από πριν, για να αρχίσουν τη δουλειά τους.
Έστησαν λοιπόν δυο αργαλειούς και έκαναν πως δούλευαν, αλλά στους αργαλειούς δεν είχαν απολύτως τίποτα. Χωρίς δισταγμό ζήτησαν το πιο λεπτό μετάξι και το πιο λαμπερό χρυσάφι. Αυτά τα έβαλαν στο δικό τους σακί, και δούλευαν στους άδειους αργαλειούς ως αργά τη νύχτα.
«Πολύ θα ήθελα να μάθω πόσο έχουν προχωρήσει με το ύφασμα», σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. Ένιωθε όμως κάπως παράξενα στην καρδιά του, όταν σκεφτόταν πως όποιος ήταν ανόητος ή δεν έκανε καλά τη δουλειά του δεν μπορούσε να το δει. Βέβαια πίστευε πως για τον εαυτό του δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, μα ήθελε πρώτα να στείλει κάποιον άλλον να δει πώς πήγαιναν τα πράγματα. Όλοι οι άνθρωποι στην πόλη ήξεραν τι θαυμαστή δύναμη είχε το ύφασμα, και όλοι ανυπομονούσαν να δουν πόσο ανάξιος ή ανόητος ήταν ο γείτονάς τους.
«Θα στείλω στους υφαντές τον γέρο, τίμιο υπουργό μου!» σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Αυτός μπορεί να δει καλύτερα από όλους πώς είναι το ύφασμα, γιατί έχει μυαλό, και κανείς δεν κάνει τη δουλειά του καλύτερα από εκείνον!» Πήγε λοιπόν ο καλός γέρος υπουργός στην αίθουσα όπου κάθονταν οι δυο απατεώνες και δούλευαν στους άδειους αργαλειούς. «Θεός φυλάξοι!» σκέφτηκε ο γέρος υπουργός και γούρλωσε τα μάτια του. «Μα εγώ δεν βλέπω τίποτα!» Αυτό όμως δεν το είπε δυνατά.
Οι δυο απατεώνες τον παρακάλεσαν να έρθει πιο κοντά και τον ρώτησαν αν δεν ήταν όμορφο το σχέδιο και υπέροχα τα χρώματα. Κι έδειχναν τον άδειο αργαλειό. Ο καημένος ο γέρος υπουργός γούρλωνε όλο και πιο πολύ τα μάτια του, αλλά δεν μπορούσε να δει τίποτα, γιατί δεν υπήρχε τίποτα. «Θεέ μου!» σκέφτηκε. «Μήπως είμαι ανόητος; Ποτέ δεν το πίστευα, και κανείς δεν πρέπει να το μάθει! Μήπως δεν είμαι άξιος για τη θέση μου; Όχι, δεν γίνεται να πω πως δεν βλέπω το ύφασμα!»
«Λοιπόν, δεν μας λέτε τίποτα!» είπε εκείνος που ύφαινε. «Ω, είναι χαριτωμένο! Πραγματικά πανέμορφο!» είπε ο γέρος υπουργός και κοίταξε μέσα από τα γυαλιά του. «Αυτό το σχέδιο κι αυτά τα χρώματα! Ναι, θα πω στον αυτοκράτορα πως μου αρέσει εξαιρετικά!» «Αχ, πόσο χαιρόμαστε!» είπαν οι δυο υφαντές, κι άρχισαν να λένε τα χρώματα με τα ονόματά τους και να περιγράφουν το παράξενο σχέδιο. Ο γέρος υπουργός άκουγε προσεκτικά, για να μπορεί να πει τα ίδια όταν θα γύριζε στον αυτοκράτορα, και αυτό ακριβώς έκανε.
Τώρα οι απατεώνες ζήτησαν κι άλλα λεφτά, κι άλλο μετάξι και χρυσάφι, γιατί τάχα τα χρειάζονταν για την ύφανση. Όλα τα έβαλαν στις δικές τους τσέπες, στον αργαλειό δεν μπήκε ούτε μια κλωστή, κι εκείνοι συνέχιζαν, όπως και πριν, να υφαίνουν στον άδειο αργαλειό.
Σε λίγο ο αυτοκράτορας έστειλε κι έναν άλλο τίμιο αξιωματούχο, να δει πώς πήγαινε η δουλειά και αν το ύφασμα θα ήταν σύντομα έτοιμο. Του συνέβη ό,τι και στον πρώτο. Κοίταζε και κοίταζε, μα αφού δεν υπήρχε τίποτα εκτός από τους άδειους αργαλειούς, δεν μπορούσε να δει τίποτα. «Ε, δεν είναι ένα όμορφο κομμάτι ύφασμα;» είπαν οι δυο απατεώνες, και του έδειχναν και του εξηγούσαν το υπέροχο σχέδιο, που δεν υπήρχε καθόλου.
«Ανόητος δεν είμαι!» σκέφτηκε ο άνθρωπος. «Άρα δεν είμαι άξιος για την καλή μου θέση; Αυτό κι αν είναι αστείο! Αλλά δεν πρέπει να το καταλάβει κανείς!» Κι έτσι παίνεψε το ύφασμα που δεν έβλεπε, και τους βεβαίωσε πόσο πολύ τον χαροποιούσαν τα ωραία χρώματα και το υπέροχο σχέδιο. «Ναι, είναι πραγματικά πανέμορφο!» είπε στον αυτοκράτορα. Όλοι οι άνθρωποι στην πόλη μιλούσαν για το λαμπρό ύφασμα.
Τώρα ο αυτοκράτορας ήθελε να το δει κι ο ίδιος, όσο ήταν ακόμα στον αργαλειό. Πήρε μαζί του ένα ολόκληρο πλήθος από διαλεχτούς άντρες, κι ανάμεσά τους ήταν και οι δυο τίμιοι γέροι αξιωματούχοι που είχαν πάει εκεί και πριν, και πήγε στους δυο πονηρούς απατεώνες. Εκείνοι ύφαιναν τώρα με όλη τους τη δύναμη, αλλά χωρίς ούτε μια κλωστή. «Ε, δεν είναι θαυμάσιο;» είπαν οι δυο τίμιοι αξιωματούχοι. «Ας δει η μεγαλειότητά σας, τι σχέδιο, τι χρώματα!» Κι έδειξαν τον άδειο αργαλειό, γιατί νόμιζαν πως οι άλλοι σίγουρα έβλεπαν το ύφασμα.
«Μα τι είναι αυτό;» σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. «Εγώ δεν βλέπω τίποτα! Αυτό είναι φοβερό! Είμαι ανόητος; Δεν είμαι άξιος να είμαι αυτοκράτορας; Αυτό είναι το χειρότερο που θα μπορούσε να μου συμβεί!» «Ω, είναι πολύ όμορφο!» είπε ο αυτοκράτορας. «Έχει την ύψιστη έγκρισή μου!» Και κουνούσε ικανοποιημένος το κεφάλι του και κοίταζε τον άδειο αργαλειό, γιατί δεν ήθελε να πει πως δεν έβλεπε τίποτα.
Όλη η ακολουθία που είχε μαζί του κοίταζε και κοίταζε, αλλά δεν έβλεπε τίποτα περισσότερο από όλους τους άλλους. Έλεγαν όμως κι αυτοί, όπως ο αυτοκράτορας: «Ω, είναι πολύ όμορφο!» Και τον συμβούλεψαν να φορέσει αυτά τα καινούργια, λαμπρά ρούχα πρώτη φορά στη μεγάλη παρέλαση που πλησίαζε. «Θαυμάσιο! Χαριτωμένο! Εξαιρετικό!» περνούσε από στόμα σε στόμα, κι όλοι ήταν ευχαριστημένοι από τα βάθη της καρδιάς τους. Ο αυτοκράτορας έδωσε στον καθένα από τους απατεώνες έναν ιπποτικό σταυρό, να τον κρεμάσει στην κουμπότρυπά του, και τον τίτλο του αυλικού υφαντή.
Όλη τη νύχτα πριν από το πρωινό της παρέλασης, οι απατεώνες έμειναν ξύπνιοι κι είχαν ανάψει περισσότερα από δεκαέξι κεριά. Ο κόσμος έβλεπε πόσο βιάζονταν να τελειώσουν τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα. Έκαναν πως έβγαζαν το ύφασμα από τον αργαλειό, έκοβαν τον αέρα με μεγάλα ψαλίδια, έραβαν με βελόνες χωρίς κλωστή, και στο τέλος είπαν: «Ορίστε, τώρα τα ρούχα είναι έτοιμα!»
Ο αυτοκράτορας ήρθε ο ίδιος εκεί με τους πιο επίσημους αυλικούς του. Οι δυο απατεώνες σήκωσαν ο καθένας το ένα του χέρι ψηλά, σαν να κρατούσαν κάτι, και είπαν: «Ορίστε, εδώ είναι το παντελόνι! Εδώ είναι το σακάκι! Εδώ ο μανδύας!» Και πάει λέγοντας. «Είναι ελαφρύ σαν τον ιστό της αράχνης! Θα νόμιζε κανείς πως δεν φοράει τίποτα, αλλά ακριβώς αυτή είναι η χάρη του!» «Ναι!» είπαν όλοι οι αυλικοί, αλλά δεν μπορούσαν να δουν τίποτα, γιατί δεν υπήρχε τίποτα.
«Ας έχει την καλοσύνη η αυτοκρατορική μεγαλειότητά σας να βγάλει τώρα τα ρούχα της», είπαν οι απατεώνες, «κι εμείς θα σας φορέσουμε τα καινούργια, εδώ μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη!» Ο αυτοκράτορας έβγαλε όλα του τα ρούχα, κι οι απατεώνες έκαναν πως του έδιναν ένα ένα τα κομμάτια από τα καινούργια ρούχα, που τάχα τα είχαν ράψει. Κι ο αυτοκράτορας γύριζε και στριφογύριζε μπροστά στον καθρέφτη.
«Θεέ μου, πόσο σας πάνε! Πόσο όμορφα σας ταιριάζουν!» έλεγαν όλοι μαζί. «Τι σχέδιο! Τι χρώματα! Τι πολύτιμη φορεσιά!» «Έξω περιμένουν ήδη με το μεταξωτό στέγαστρο, που θα το κρατούν πάνω από τη μεγαλειότητά σας στην παρέλαση!» είπε ο αρχιτελετάρχης. «Ναι, είμαι έτοιμος!» είπε ο αυτοκράτορας. «Δεν μου πάνε ωραία;» Και γύρισε άλλη μια φορά μπροστά στον καθρέφτη, γιατί έπρεπε να φαίνεται πως θαύμαζε στ' αλήθεια τη λαμπρή του φορεσιά.
Οι θαλαμηπόλοι, που θα κρατούσαν την ουρά της φορεσιάς, ψηλαφούσαν με τα χέρια τους το πάτωμα, σαν να σήκωναν την ουρά. Περπατούσαν κρατώντας τα χέρια τους στον αέρα, γιατί δεν τολμούσαν να δείξουν πως δεν έβλεπαν τίποτα.
Έτσι ο αυτοκράτορας βάδιζε στην παρέλαση κάτω από το όμορφο στέγαστρο, κι όλοι οι άνθρωποι στον δρόμο και στα παράθυρα έλεγαν: «Θεέ μου, τι ασύγκριτα ωραία που είναι τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα! Τι ωραία ουρά που έχει η φορεσιά του! Πόσο υπέροχα του πάει!» Κανείς δεν ήθελε να δείξει πως δεν έβλεπε τίποτα, γιατί τότε δεν θα ήταν άξιος για τη θέση του ή θα ήταν πολύ ανόητος. Κανένα ρούχο του αυτοκράτορα δεν είχε κάνει ποτέ τέτοια επιτυχία.
«Μα αυτός δεν φοράει τίποτα», είπε ένα μικρό παιδί. «Θεέ μου, ακούστε τη φωνή του αθώου παιδιού», είπε ο πατέρας του. Κι ο ένας ψιθύριζε στον άλλον τι είχε πει το παιδί. «Μα αυτός δεν φοράει τίποτα!» φώναξε στο τέλος όλος ο κόσμος. Ο αυτοκράτορας ανατρίχιασε, γιατί του φάνηκε πως είχαν δίκιο. Σκέφτηκε όμως: «Τώρα πρέπει να αντέξω ως το τέλος της παρέλασης.» Κι οι θαλαμηπόλοι προχωρούσαν πίσω του και κρατούσαν την ουρά, που δεν υπήρχε καθόλου.





