Η Κοκκινοσκουφίτσα πηγαίνει κέικ και κρασί στην άρρωστη γιαγιά της μέσα από το δάσος, όπου τη συναντά ο πονηρός λύκος. Το πιο γνωστό παραμύθι των αδελφών Γκριμ, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.
Αδελφοί Γκριμ · 10 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη
Η Κοκκινοσκουφίτσα: το κείμενο του παραμυθιού
Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Rotkäppchen».
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό, γλυκό κοριτσάκι, που το αγαπούσε όποιος κι αν το κοίταζε. Πιο πολύ από όλους όμως το αγαπούσε η γιαγιά του, που δεν ήξερε τι να πρωτοχαρίσει στο παιδί. Κάποτε του χάρισε μια σκουφίτσα από κόκκινο βελούδο, κι επειδή του πήγαινε τόσο πολύ και δεν ήθελε να φοράει τίποτε άλλο, από τότε όλοι το φώναζαν Κοκκινοσκουφίτσα.
Μια μέρα η μητέρα της είπε: «Έλα, Κοκκινοσκουφίτσα, πάρε ένα κομμάτι κέικ κι ένα μπουκάλι κρασί και πήγαινέ τα στη γιαγιά. Είναι άρρωστη κι αδύναμη, και θα της δώσουν δύναμη. Ξεκίνα πριν ζεστάνει η μέρα, κι όταν βγεις έξω, να περπατάς φρόνιμα και να μην ξεφύγεις από το μονοπάτι, αλλιώς θα πέσεις, θα σπάσεις το μπουκάλι και η γιαγιά δεν θα έχει τίποτα. Κι όταν μπεις στο δωμάτιό της, μην ξεχάσεις να πεις καλημέρα, και μη χαζεύεις πρώτα σε όλες τις γωνιές.»
«Θα τα κάνω όλα όπως πρέπει», είπε η Κοκκινοσκουφίτσα στη μητέρα της, και της έδωσε το χέρι της για να το υποσχεθεί. Η γιαγιά όμως έμενε έξω στο δάσος, μισή ώρα μακριά από το χωριό. Μόλις λοιπόν η Κοκκινοσκουφίτσα μπήκε στο δάσος, βρέθηκε μπροστά της ο λύκος. Εκείνη όμως δεν ήξερε τι κακό θηρίο ήταν αυτό, και δεν τον φοβήθηκε καθόλου.
«Καλημέρα, Κοκκινοσκουφίτσα», είπε ο λύκος. «Ευχαριστώ πολύ, λύκε.» «Πού πας τόσο πρωί, Κοκκινοσκουφίτσα;» «Στη γιαγιά μου.» «Τι κρατάς κάτω από την ποδιά σου;» «Κέικ και κρασί. Το ψήσαμε χθες, για να φάει κάτι καλό η άρρωστη κι αδύναμη γιαγιά μου και να πάρει δυνάμεις.» «Κοκκινοσκουφίτσα, πού μένει η γιαγιά σου;» «Ένα καλό τέταρτο ακόμα πιο μέσα στο δάσος. Κάτω από τις τρεις μεγάλες βελανιδιές είναι το σπίτι της, και πιο κάτω είναι οι φουντουκιές. Θα το ξέρεις σίγουρα», είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
Ο λύκος σκέφτηκε μέσα του: «Αυτό το νεαρό, τρυφερό πλασματάκι είναι μια παχιά μπουκιά, θα είναι ακόμα πιο νόστιμη κι από τη γριά. Πρέπει να φερθείς πονηρά, για να τις χάψεις και τις δυο.» Περπάτησε λοιπόν για λίγο δίπλα στην Κοκκινοσκουφίτσα, κι ύστερα είπε: «Κοκκινοσκουφίτσα, κοίτα τι όμορφα λουλούδια υπάρχουν γύρω γύρω. Γιατί δεν κοιτάζεις λίγο τριγύρω σου; Νομίζω πως δεν ακούς καν πόσο γλυκά κελαηδούν τα πουλάκια. Περπατάς σαν να πηγαίνεις στο σχολείο, κι εδώ έξω στο δάσος είναι τόσο ωραία.»
Η Κοκκινοσκουφίτσα σήκωσε τα μάτια της, κι όταν είδε τις αχτίδες του ήλιου να χορεύουν πέρα δώθε ανάμεσα στα δέντρα, κι όλο το δάσος γεμάτο όμορφα λουλούδια, σκέφτηκε: «Αν πάω στη γιαγιά ένα φρέσκο μπουκέτο, θα χαρεί κι αυτή. Είναι ακόμα τόσο νωρίς, που θα φτάσω σίγουρα στην ώρα μου.» Έτσι βγήκε από το μονοπάτι, μπήκε μέσα στο δάσος κι άρχισε να μαζεύει λουλούδια. Κι όποτε έκοβε ένα, της φαινόταν πως πιο πέρα υπήρχε κάποιο ακόμα πιο όμορφο, κι έτρεχε να το βρει, κι έτσι χωνόταν όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος.
Ο λύκος όμως πήγε ίσια στο σπίτι της γιαγιάς και χτύπησε την πόρτα. «Ποιος είναι εκεί έξω;» «Η Κοκκινοσκουφίτσα είμαι, σου φέρνω κέικ και κρασί. Άνοιξε.» «Κατέβασε μόνο το χερούλι», φώναξε η γιαγιά, «είμαι πολύ αδύναμη και δεν μπορώ να σηκωθώ.» Ο λύκος κατέβασε το χερούλι, η πόρτα άνοιξε διάπλατα, κι εκείνος, χωρίς να πει λέξη, πήγε ίσια στο κρεβάτι της γιαγιάς και την κατάπιε. Ύστερα φόρεσε τα ρούχα της, έβαλε τον σκούφο της, ξάπλωσε στο κρεβάτι της και έκλεισε τις κουρτίνες.
Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως έτρεχε από λουλούδι σε λουλούδι, κι όταν μάζεψε τόσα πολλά που δεν μπορούσε να κουβαλήσει άλλα, θυμήθηκε ξανά τη γιαγιά και πήρε τον δρόμο για το σπίτι της. Απόρησε που η πόρτα ήταν ανοιχτή, κι όταν μπήκε στο δωμάτιο, όλα της φάνηκαν τόσο παράξενα, που σκέφτηκε: «Θεέ μου, τι φόβος με πιάνει σήμερα, ενώ άλλες φορές μου αρέσει τόσο πολύ να έρχομαι στης γιαγιάς!» Φώναξε: «Καλημέρα», αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση.
Τότε πήγε στο κρεβάτι και παραμέρισε τις κουρτίνες. Εκεί ήταν ξαπλωμένη η γιαγιά, με τον σκούφο κατεβασμένο ως τα μάτια, και φαινόταν τόσο περίεργη. «Γιαγιά, τι μεγάλα αυτιά που έχεις!» «Για να σε ακούω καλύτερα.» «Γιαγιά, τι μεγάλα μάτια που έχεις!» «Για να σε βλέπω καλύτερα.» «Γιαγιά, τι μεγάλα χέρια που έχεις!» «Για να σε πιάνω καλύτερα.» «Μα γιαγιά, τι τρομερά μεγάλο στόμα που έχεις!» «Για να σε φάω καλύτερα.» Μόλις το είπε αυτό ο λύκος, πήδηξε με μιας από το κρεβάτι και κατάπιε την καημένη την Κοκκινοσκουφίτσα.
Αφού ο λύκος χόρτασε, ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι, αποκοιμήθηκε κι άρχισε να ροχαλίζει πάρα πολύ δυνατά. Ο κυνηγός περνούσε εκείνη την ώρα από το σπίτι και σκέφτηκε: «Τι δυνατά που ροχαλίζει η γριούλα! Πρέπει να πάω να δω μήπως της συμβαίνει κάτι.» Μπήκε λοιπόν στο δωμάτιο, κι όταν έφτασε μπροστά στο κρεβάτι, είδε πως μέσα ήταν ξαπλωμένος ο λύκος. «Εδώ σε βρίσκω, γέρο αμαρτωλέ», είπε, «καιρό τώρα σε ψάχνω.»
Ήθελε να σημαδέψει με το τουφέκι του, μα τότε σκέφτηκε πως ο λύκος μπορεί να είχε φάει τη γιαγιά, και πως ίσως να μπορούσε ακόμα να τη σώσει. Έτσι δεν πυροβόλησε, αλλά πήρε ένα ψαλίδι κι άρχισε να ανοίγει την κοιλιά του λύκου που κοιμόταν. Μόλις έκανε δυο τρεις ψαλιδιές, είδε να λάμπει η κόκκινη σκουφίτσα, και με δυο τρεις ψαλιδιές ακόμα, πετάχτηκε έξω το κορίτσι και φώναξε: «Αχ, πόσο φοβήθηκα! Τι σκοτάδι που ήταν μέσα στην κοιλιά του λύκου!» Κι ύστερα βγήκε ζωντανή και η γριά γιαγιά, που μόλις και μετά βίας ανάσαινε.
Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως έφερε γρήγορα μεγάλες πέτρες, και με αυτές γέμισαν την κοιλιά του λύκου. Όταν εκείνος ξύπνησε, ήταν τόσο βαρύς, που ίσα ίσα κατάφερε να σηκωθεί. Αργός κι αδέξιος, σύρθηκε ως το δάσος και δεν ξαναγύρισε ποτέ.
Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως έφερε γρήγορα μεγάλες πέτρες, και με αυτές γέμισαν την κοιλιά του λύκου. Όταν εκείνος ξύπνησε, θέλησε να το βάλει στα πόδια, αλλά οι πέτρες ήταν τόσο βαριές, που σωριάστηκε αμέσως κάτω νεκρός.
Τότε χάρηκαν και οι τρεις. Ο κυνηγός έβγαλε τη γούνα του λύκου και την πήρε μαζί του στο σπίτι, η γιαγιά έφαγε το κέικ κι ήπιε το κρασί που είχε φέρει η Κοκκινοσκουφίτσα, και συνήλθε. Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως σκέφτηκε: «Ποτέ ξανά στη ζωή μου δεν θα φύγω μόνη μου από το μονοπάτι για να τρέξω μέσα στο δάσος, όταν μου το έχει απαγορεύσει η μητέρα μου.»
Λένε επίσης πως κάποια άλλη φορά, που η Κοκκινοσκουφίτσα πήγαινε πάλι φρεσκοψημένα γλυκά στη γριά γιαγιά, ένας άλλος λύκος της μίλησε και θέλησε να την παρασύρει έξω από το μονοπάτι. Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως φυλάχτηκε, συνέχισε ίσια τον δρόμο της και είπε στη γιαγιά πως είχε συναντήσει τον λύκο, που της είχε πει καλημέρα, αλλά την κοίταζε με τόσο κακό βλέμμα: «Αν δεν ήμασταν σε ανοιχτό δρόμο, θα με είχε φάει.» «Έλα», είπε η γιαγιά, «ας κλειδώσουμε την πόρτα, για να μην μπορεί να μπει.»
Σε λίγο ο λύκος χτύπησε την πόρτα και φώναξε: «Άνοιξε, γιαγιά, η Κοκκινοσκουφίτσα είμαι, σου φέρνω γλυκά.» Εκείνες όμως δεν έβγαλαν άχνα και δεν άνοιξαν την πόρτα. Τότε ο γκριζομάλλης γύρισε αθόρυβα αρκετές φορές γύρω από το σπίτι, και στο τέλος πήδηξε πάνω στη στέγη. Ήθελε να περιμένει ώσπου να γυρίσει η Κοκκινοσκουφίτσα το βράδυ στο σπίτι της, για να την ακολουθήσει κρυφά και να τη φάει μέσα στο σκοτάδι. Η γιαγιά όμως κατάλαβε τι είχε στο μυαλό του.
Μπροστά στο σπίτι υπήρχε μια μεγάλη πέτρινη γούρνα, και η γιαγιά είπε στο παιδί: «Πάρε τον κουβά, Κοκκινοσκουφίτσα. Χθες έβρασα λουκάνικα. Κουβάλησε στη γούρνα το νερό όπου τα έβρασα.» Η Κοκκινοσκουφίτσα κουβαλούσε νερό, ώσπου η μεγάλη, μεγάλη γούρνα γέμισε ως πάνω. Τότε η μυρωδιά από τα λουκάνικα έφτασε ως τη μύτη του λύκου. Εκείνος μύρισε τον αέρα και κοίταξε κάτω, και στο τέλος τέντωσε τόσο πολύ τον λαιμό του, που δεν μπορούσε πια να κρατηθεί κι άρχισε να γλιστράει. Έτσι γλίστρησε από τη στέγη, έπεσε ίσια μέσα στη μεγάλη γούρνα. Βγήκε μουσκεμένος ως το κόκαλο κι έτρεξε στο δάσος όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως γύρισε χαρούμενη στο σπίτι της, και κανείς δεν της έκανε κακό.
Μπροστά στο σπίτι υπήρχε μια μεγάλη πέτρινη γούρνα, και η γιαγιά είπε στο παιδί: «Πάρε τον κουβά, Κοκκινοσκουφίτσα. Χθες έβρασα λουκάνικα. Κουβάλησε στη γούρνα το νερό όπου τα έβρασα.» Η Κοκκινοσκουφίτσα κουβαλούσε νερό, ώσπου η μεγάλη, μεγάλη γούρνα γέμισε ως πάνω. Τότε η μυρωδιά από τα λουκάνικα έφτασε ως τη μύτη του λύκου. Εκείνος μύρισε τον αέρα και κοίταξε κάτω, και στο τέλος τέντωσε τόσο πολύ τον λαιμό του, που δεν μπορούσε πια να κρατηθεί κι άρχισε να γλιστράει. Έτσι γλίστρησε από τη στέγη, έπεσε ίσια μέσα στη μεγάλη γούρνα και πνίγηκε. Η Κοκκινοσκουφίτσα όμως γύρισε χαρούμενη στο σπίτι της, και κανείς δεν της έκανε κακό.





