Ένα παλάτι από κοράλλια με παράθυρα από κεχριμπάρι στον γαλάζιο βυθό της θάλασσας, και γύρω του κολυμπούν ψάρια Η μικρή γοργόνα κάθεται στο στρογγυλό παρτέρι της με τα κόκκινα λουλούδια, δίπλα στο μαρμάρινο άγαλμα ενός αγοριού Η γιαγιά, με τα στρείδια στην ουρά της, βάζει στα μαλλιά της μικρής γοργόνας ένα στεφάνι από λευκά κρίνα Η μικρή γοργόνα κοιτάζει μέσα από το νερό ένα καράβι με πολύχρωμα φανάρια και πυροτεχνήματα στον ουρανό Ανάμεσα στα κύματα η μικρή γοργόνα κρατά πάνω από το νερό το κεφάλι του πρίγκιπα, που έχει κλειστά τα μάτια Μια νεαρή κοπέλα βρίσκει τον πρίγκιπα στην αμμουδιά, ενώ η μικρή γοργόνα τους παρακολουθεί κρυμμένη πίσω από έναν βράχο

Η μικρή γοργόνα

Το παλάτι στον βυθό · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−34:17

Βαθιά κάτω από τη θάλασσα ζει η μικρότερη κόρη του βασιλιά της θάλασσας, που ανυπομονεί να δει τον κόσμο των ανθρώπων πάνω από τα κύματα. Το πρώτο μέρος του πιο όμορφου παραμυθιού του Άντερσεν, μεταφρασμένο από το δανικό πρωτότυπο.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν · 34 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η μικρή γοργόνα: όλα τα μέρη

  1. Μέρος 1 · 34 λεπ.

Κι άλλα μέρη έρχονται σύντομα.

Η μικρή γοργόνα: το κείμενο του παραμυθιού

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν (1837). Μετάφραση από το δανικό πρωτότυπο «Den lille Havfrue», πρώτο μέρος.

Μακριά, στην ανοιχτή θάλασσα, το νερό είναι γαλάζιο σαν τα πέταλα της πιο όμορφης κενταύριας και διάφανο σαν το πιο καθαρό κρύσταλλο. Εκεί όμως η θάλασσα είναι πολύ βαθιά, πιο βαθιά από όσο μπορεί να φτάσει οποιοδήποτε σκοινί άγκυρας. Θα έπρεπε να βάλει κανείς πολλά καμπαναριά το ένα πάνω στο άλλο, για να φτάσουν από τον βυθό ως πάνω από το νερό. Εκεί κάτω ζει ο λαός της θάλασσας.

Μη νομίσετε όμως πως εκεί κάτω ο βυθός είναι μόνο γυμνή, άσπρη άμμος. Όχι, εκεί φυτρώνουν τα πιο θαυμαστά δέντρα και φυτά, με κοτσάνια και φύλλα τόσο ευλύγιστα, που με την παραμικρή κίνηση του νερού σαλεύουν σαν να ήταν ζωντανά. Όλα τα ψάρια, μικρά και μεγάλα, γλιστρούν ανάμεσα στα κλαδιά, όπως εδώ πάνω τα πουλιά στον αέρα. Στο πιο βαθύ σημείο βρίσκεται το παλάτι του βασιλιά της θάλασσας. Οι τοίχοι του είναι από κοράλλια και τα ψηλά, μυτερά παράθυρα από το πιο διάφανο κεχριμπάρι, η στέγη όμως είναι από κοχύλια που ανοίγουν και κλείνουν καθώς κυλά το νερό. Είναι πανέμορφο θέαμα, γιατί σε καθένα κρύβονται λαμπερά μαργαριτάρια, και ένα μόνο από αυτά θα ήταν υπέροχο στολίδι στο στέμμα μιας βασίλισσας.

Ο βασιλιάς της θάλασσας ήταν χήρος εδώ και πολλά χρόνια, και το σπίτι του το φρόντιζε η γριά μητέρα του. Ήταν μια έξυπνη γυναίκα, αλλά περήφανη για την αρχοντική της γενιά, κι έτσι φορούσε δώδεκα στρείδια στην ουρά της, ενώ οι άλλοι άρχοντες είχαν το δικαίωμα να φορούν μόνο έξι. Κατά τα άλλα άξιζε πολλούς επαίνους, κυρίως επειδή αγαπούσε τόσο πολύ τις μικρές πριγκίπισσες της θάλασσας, τις εγγονές της. Ήταν έξι χαριτωμένα παιδιά, αλλά η μικρότερη ήταν η πιο όμορφη από όλες. Το δέρμα της ήταν λαμπερό και τρυφερό σαν ροδοπέταλο, τα μάτια της γαλάζια σαν την πιο βαθιά λίμνη. Όμως, όπως και όλες οι άλλες, δεν είχε πόδια, το σώμα της τελείωνε σε ουρά ψαριού.

Όλη τη μέρα μπορούσαν να παίζουν κάτω στο παλάτι, στις μεγάλες αίθουσες, όπου ζωντανά λουλούδια φύτρωναν μέσα από τους τοίχους. Όταν άνοιγαν τα μεγάλα παράθυρα από κεχριμπάρι, τα ψάρια κολυμπούσαν μέσα, όπως στα δικά μας σπίτια πετούν μέσα τα χελιδόνια όταν ανοίγουμε το παράθυρο. Τα ψάρια όμως κολυμπούσαν ίσια ως τις μικρές πριγκίπισσες, έτρωγαν από τα χέρια τους και άφηναν να τα χαϊδεύουν.

Έξω από το παλάτι υπήρχε ένας μεγάλος κήπος με δέντρα κατακόκκινα και βαθυγάλαζα. Οι καρποί τους έλαμπαν σαν χρυσάφι και τα λουλούδια σαν φωτιά που καίει, καθώς κουνούσαν ακατάπαυστα τα κοτσάνια και τα φύλλα τους. Το ίδιο το έδαφος ήταν από την πιο ψιλή άμμο, γαλάζια όμως σαν τη φλόγα του θειαφιού. Πάνω από όλα εκεί κάτω απλωνόταν μια θαυμαστή γαλάζια λάμψη. Θα νόμιζες μάλλον πως στεκόσουν ψηλά στον αέρα και έβλεπες μόνο ουρανό από πάνω σου και από κάτω σου, παρά πως βρισκόσουν στον βυθό της θάλασσας. Όταν η θάλασσα ήταν ολότελα γαλήνια, μπορούσες να δεις τον ήλιο. Έμοιαζε με ένα πορφυρό λουλούδι, που από την καρδιά του ξεχυνόταν όλο το φως.

Κάθε μικρή πριγκίπισσα είχε στον κήπο το δικό της κομματάκι γης, όπου μπορούσε να σκάβει και να φυτεύει όπως ήθελε η ίδια. Η μία έδωσε στο παρτέρι της σχήμα φάλαινας, η άλλη προτίμησε το δικό της να μοιάζει με μια μικρή γοργόνα. Η μικρότερη όμως έκανε το δικό της ολοστρόγγυλο σαν τον ήλιο, και φύτεψε μόνο λουλούδια που έλαμπαν κόκκινα σαν κι εκείνον. Ήταν ένα παράξενο παιδί, ήσυχο και συλλογισμένο. Οι άλλες αδελφές στόλιζαν τα παρτέρια τους με τα πιο θαυμαστά πράγματα, που τα είχαν βρει σε ναυαγισμένα καράβια. Εκείνη όμως, εκτός από τα ρόδινα λουλούδια που έμοιαζαν με τον ήλιο εκεί ψηλά, ήθελε μόνο ένα ωραίο μαρμάρινο άγαλμα. Ήταν ένα όμορφο αγόρι, σκαλισμένο σε λευκή, καθαρή πέτρα, που είχε πέσει στον βυθό της θάλασσας από ένα καράβι που ναυάγησε.

Δίπλα στο άγαλμα φύτεψε μια ρόδινη κλαίουσα ιτιά. Μεγάλωσε υπέροχα και κρεμούσε τα δροσερά κλαδιά της πάνω από το άγαλμα, ως κάτω στον γαλάζιο αμμουδερό βυθό, όπου η σκιά της φαινόταν μενεξεδένια και σάλευε όπως τα κλαδιά. Έμοιαζε σαν η κορυφή και οι ρίζες να έπαιζαν ένα παιχνίδι με φιλιά.

Καμία χαρά δεν ήταν μεγαλύτερη για εκείνη από το να ακούει για τον κόσμο των ανθρώπων εκεί πάνω. Η γριά γιαγιά έπρεπε να της λέει όλα όσα ήξερε για καράβια και πόλεις, για ανθρώπους και ζώα. Της φαινόταν ιδιαίτερα θαυμαστό ότι πάνω στη στεριά τα λουλούδια μύριζαν, ενώ στον βυθό της θάλασσας δεν μύριζαν καθόλου. Και ότι τα δάση ήταν πράσινα, και τα ψάρια που έβλεπες εκεί ανάμεσα στα κλαδιά τραγουδούσαν τόσο δυνατά και τόσο όμορφα, που ήταν χαρά να τα ακούς. Ήταν τα πουλάκια, που η γιαγιά τα έλεγε ψάρια, γιατί αλλιώς οι εγγονές της δεν θα την καταλάβαιναν, αφού δεν είχαν δει ποτέ τους πουλί.

«Όταν γίνετε δεκαπέντε χρονών», είπε η γιαγιά, «θα έχετε την άδεια να ανεβείτε στην επιφάνεια της θάλασσας, να κάθεστε στο φεγγαρόφωτο πάνω στα βράχια και να βλέπετε τα μεγάλα καράβια που περνούν. Και δάση και πόλεις θα δείτε!» Τον επόμενο χρόνο η μία από τις αδελφές έγινε δεκαπέντε χρονών. Οι άλλες όμως, βλέπετε, η καθεμιά ήταν ένα χρόνο μικρότερη από την προηγούμενη, κι έτσι η μικρότερη είχε να περιμένει ακόμα πέντε ολόκληρα χρόνια, ώσπου να μπορεί να ανέβει από τον βυθό της θάλασσας και να δει πώς είναι ο δικός μας κόσμος. Η καθεμιά όμως υποσχέθηκε στις άλλες να τους διηγηθεί τι είχε δει και τι της είχε φανεί πιο όμορφο την πρώτη μέρα. Γιατί η γιαγιά τους δεν τους έλεγε αρκετά, υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελαν να μάθουν.

Καμία δεν λαχταρούσε τόσο όσο η μικρότερη, ακριβώς εκείνη που είχε να περιμένει περισσότερο από όλες και που ήταν τόσο ήσυχη και συλλογισμένη. Πολλές νύχτες στεκόταν στο ανοιχτό παράθυρο και κοίταζε ψηλά, μέσα από το βαθυγάλαζο νερό, όπου τα ψάρια χτυπούσαν τα πτερύγια και τις ουρές τους. Μπορούσε να δει το φεγγάρι και τα αστέρια. Έλαμπαν βέβαια πολύ χλομά, αλλά μέσα από το νερό φαίνονταν πολύ μεγαλύτερα από όσο φαίνονται στα δικά μας μάτια. Κι όταν γλιστρούσε από κάτω τους κάτι σαν μαύρο σύννεφο, ήξερε πως ήταν είτε μια φάλαινα που κολυμπούσε από πάνω της είτε ένα καράβι με πολλούς ανθρώπους. Εκείνοι σίγουρα δεν φαντάζονταν πως μια χαριτωμένη μικρή γοργόνα στεκόταν από κάτω και άπλωνε τα λευκά της χέρια προς την καρίνα του καραβιού.

Και να που η μεγαλύτερη πριγκίπισσα έγινε δεκαπέντε χρονών και μπορούσε πια να ανέβει πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Όταν γύρισε, είχε εκατό πράγματα να διηγηθεί. Το πιο όμορφο όμως, είπε, ήταν να ξαπλώνεις στο φεγγαρόφωτο πάνω σε μια αμμουδιά μέσα στη γαλήνια θάλασσα και να βλέπεις, κοντά στην ακτή, τη μεγάλη πόλη, όπου τα φώτα τρεμόπαιζαν σαν εκατό αστέρια. Να ακούς τη μουσική και τη φασαρία και τη βουή από τις άμαξες και τους ανθρώπους, να βλέπεις τα πολλά καμπαναριά και τους πύργους και να ακούς τις καμπάνες να χτυπούν. Και ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να πάει εκεί πάνω, αυτά όλα τα λαχταρούσε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο.

Ω, πόσο προσεκτικά άκουγε η μικρότερη αδελφή! Κι όταν αργότερα, το βράδυ, στεκόταν στο ανοιχτό παράθυρο και κοίταζε ψηλά μέσα από το βαθυγάλαζο νερό, σκεφτόταν τη μεγάλη πόλη με όλη τη φασαρία και τη βουή της. Και τότε της φαινόταν πως άκουγε τις καμπάνες των εκκλησιών να χτυπούν και τον ήχο τους να φτάνει ως κάτω, κοντά της.

Τον επόμενο χρόνο η δεύτερη αδελφή πήρε την άδεια να ανέβει μέσα από το νερό και να κολυμπήσει όπου ήθελε. Βγήκε στην επιφάνεια ακριβώς τη στιγμή που ο ήλιος έδυε, και αυτό το θέαμα της φάνηκε το πιο όμορφο από όλα. Όλος ο ουρανός έμοιαζε σαν χρυσάφι, είπε, κι όσο για τα σύννεφα, την ομορφιά τους δεν μπορούσε καν να την περιγράψει! Κόκκινα και μενεξεδένια ταξίδευαν από πάνω της, μα πολύ πιο γρήγορα από εκείνα πετούσε πάνω από το νερό, προς τον ήλιο, ένα κοπάδι από άγριους κύκνους, σαν ένα μακρύ λευκό πέπλο. Κολύμπησε προς τον ήλιο, αλλά εκείνος βυθίστηκε, και η ρόδινη λάμψη έσβησε πάνω στη θάλασσα και στα σύννεφα.

Τον άλλο χρόνο βγήκε στην επιφάνεια η τρίτη αδελφή. Ήταν η πιο τολμηρή από όλες, κι έτσι ανέβηκε κολυμπώντας ένα πλατύ ποτάμι που χυνόταν στη θάλασσα. Είδε πανέμορφους πράσινους λόφους με αμπέλια, ενώ κάστρα και αγροτόσπιτα ξεπρόβαλλαν ανάμεσα σε υπέροχα δάση. Άκουσε όλα τα πουλιά να κελαηδούν, και ο ήλιος έλαμπε τόσο ζεστός, που συχνά έπρεπε να βουτάει κάτω από το νερό για να δροσίσει το πρόσωπό της που έκαιγε. Σε έναν μικρό κόλπο βρήκε ένα ολόκληρο τσούρμο από μικρά παιδιά των ανθρώπων. Έτρεχαν ολόγυμνα και πλατσούριζαν στο νερό. Ήθελε να παίξει μαζί τους, αλλά εκείνα τρόμαξαν και το έβαλαν στα πόδια.

Τότε ήρθε ένα μικρό μαύρο ζώο. Ήταν ένας σκύλος, αλλά εκείνη δεν είχε ξαναδεί ποτέ σκύλο. Της γάβγιζε τόσο άγρια, που τρόμαξε και έφυγε για την ανοιχτή θάλασσα. Ποτέ όμως δεν μπόρεσε να ξεχάσει τα υπέροχα δάση, τους πράσινους λόφους και τα χαριτωμένα παιδιά, που μπορούσαν να κολυμπούν στο νερό, κι ας μην είχαν ουρά ψαριού.

Η τέταρτη αδελφή δεν ήταν τόσο τολμηρή. Έμεινε στη μέση του άγριου πελάγους και διηγήθηκε πως εκεί ακριβώς ήταν το πιο όμορφο. Έβλεπες πολλά μίλια μακριά προς κάθε μεριά, και ο ουρανός από πάνω έμοιαζε με μια μεγάλη γυάλινη καμπάνα. Καράβια είχε δει, αλλά πολύ μακριά, και έμοιαζαν με γλάρους. Τα αστεία δελφίνια έκαναν τούμπες, και οι μεγάλες φάλαινες πετούσαν νερό ψηλά από τα ρουθούνια τους, έτσι που έμοιαζε σαν να υπήρχαν εκατό σιντριβάνια ολόγυρα.

Τώρα ήρθε η σειρά της πέμπτης αδελφής. Τα γενέθλιά της έπεφταν τον χειμώνα, κι έτσι είδε όσα οι άλλες δεν είχαν δει την πρώτη τους φορά. Η θάλασσα ήταν ολοπράσινη, και τριγύρω έπλεαν μεγάλα παγόβουνα. Το καθένα έμοιαζε με μαργαριτάρι, είπε, κι όμως ήταν πολύ μεγαλύτερο από τα καμπαναριά που χτίζουν οι άνθρωποι. Είχαν τα πιο θαυμαστά σχήματα και άστραφταν σαν διαμάντια.

Είχε καθίσει πάνω σε ένα από τα μεγαλύτερα, και όλα τα καράβια έκαναν τρομαγμένα κύκλο γύρω από το σημείο όπου καθόταν και άφηνε τον αέρα να παίζει με τα μακριά της μαλλιά. Προς το βράδυ όμως ο ουρανός σκεπάστηκε με σύννεφα. Άστραφτε και βροντούσε, ενώ η μαύρη θάλασσα σήκωνε τα μεγάλα κομμάτια πάγου ψηλά και τα έκανε να λάμπουν στις κόκκινες αστραπές. Σε όλα τα καράβια μάζευαν τα πανιά, παντού είχε πέσει φόβος και τρόμος. Εκείνη όμως καθόταν ήρεμη πάνω στο παγόβουνό της που έπλεε και κοίταζε τους γαλάζιους κεραυνούς να πέφτουν σε ζιγκζάγκ μέσα στη θάλασσα που άστραφτε.

Την πρώτη φορά που καθεμιά από τις αδελφές έβγαινε πάνω από το νερό, ενθουσιαζόταν πάντα με όλα τα καινούργια και όμορφα που έβλεπε. Τώρα όμως που είχαν μεγαλώσει και είχαν την άδεια να ανεβαίνουν όποτε ήθελαν, όλα αυτά δεν τους έκαναν πια καμία εντύπωση. Λαχταρούσαν πάλι το σπίτι τους, και ύστερα από έναν μήνα έλεγαν πως εκεί κάτω, στον τόπο τους, ήταν τελικά το πιο όμορφο από όλα, και πως πουθενά δεν ένιωθες τόσο καλά όσο στο σπίτι σου.

Πολλά βράδια οι πέντε αδελφές πιάνονταν χέρι χέρι και ανέβαιναν στη σειρά πάνω από το νερό. Είχαν υπέροχες φωνές, πιο όμορφες από τις φωνές όλων των ανθρώπων. Κι όταν πλησίαζε καταιγίδα και νόμιζαν πως τα καράβια θα βούλιαζαν, κολυμπούσαν μπροστά από τα καράβια και τραγουδούσαν τόσο γλυκά για το πόσο όμορφα ήταν στον βυθό της θάλασσας, και έλεγαν στους ναυτικούς να μη φοβούνται να κατέβουν εκεί κάτω. Εκείνοι όμως δεν καταλάβαιναν τα λόγια και νόμιζαν πως ήταν η καταιγίδα. Ούτε είδαν ποτέ την ομορφιά εκεί κάτω, γιατί όταν βούλιαζε το καράβι, οι άνθρωποι πνίγονταν και έφταναν στο παλάτι του βασιλιά της θάλασσας μόνο νεκροί.

Όταν οι αδελφές ανέβαιναν έτσι το βράδυ, χέρι χέρι, ψηλά μέσα από τη θάλασσα, η μικρή αδελφούλα έμενε πίσω ολομόναχη και τις κοίταζε να φεύγουν. Ένιωθε σαν να ήθελε να κλάψει, αλλά μια γοργόνα δεν έχει δάκρυα, κι έτσι υποφέρει πολύ περισσότερο. «Αχ, να ήμουν κι εγώ δεκαπέντε χρονών!» είπε. «Ξέρω πως θα αγαπήσω πολύ τον κόσμο εκεί πάνω και τους ανθρώπους που χτίζουν και ζουν εκεί!»

Επιτέλους έγινε κι εκείνη δεκαπέντε χρονών. «Βλέπεις, τώρα μεγάλωσες κι εσύ», είπε η γιαγιά της, η γριά χήρα βασίλισσα. «Έλα, άφησέ με να σε στολίσω όπως τις αδελφές σου!» Και της έβαλε στα μαλλιά ένα στεφάνι από λευκά κρίνα, όμως κάθε πέταλο ήταν μισό μαργαριτάρι. Ύστερα η γριά έβαλε οχτώ μεγάλα στρείδια να κολλήσουν σφιχτά στην ουρά της πριγκίπισσας, για να δείξει πόσο υψηλή ήταν η θέση της. «Πονάει τόσο πολύ!» είπε η μικρή γοργόνα. «Ναι, μα η ομορφιά θέλει θυσίες!» είπε η γριά.

Ω, πόσο θα ήθελε να τινάξει από πάνω της όλη αυτή τη μεγαλοπρέπεια και να αφήσει κάτω το βαρύ στεφάνι! Τα κόκκινα λουλούδια του κήπου της θα της πήγαιναν πολύ καλύτερα, μα τώρα δεν τολμούσε να αλλάξει τίποτα. «Αντίο!» είπε, και ανέβηκε μέσα από το νερό, ανάλαφρη και λαμπερή σαν μπουρμπουλήθρα.

Ο ήλιος μόλις είχε δύσει όταν σήκωσε το κεφάλι της πάνω από τη θάλασσα, αλλά όλα τα σύννεφα έλαμπαν ακόμα σαν τριαντάφυλλα και χρυσάφι, και στη μέση του ρόδινου ουρανού ο αποσπερίτης έφεγγε τόσο καθαρά και όμορφα. Ο αέρας ήταν απαλός και δροσερός, και η θάλασσα ολότελα γαλήνια. Εκεί βρισκόταν ένα μεγάλο καράβι με τρία κατάρτια. Μόνο ένα πανί ήταν ανοιχτό, γιατί δεν φυσούσε ούτε ένα αεράκι, και ολόγυρα στα σκοινιά και πάνω στα κατάρτια κάθονταν ναύτες. Ακουγόταν μουσική και τραγούδι, και καθώς σκοτείνιαζε, άναψαν εκατό πολύχρωμα φανάρια. Έμοιαζε σαν να ανέμιζαν στον αέρα οι σημαίες όλων των λαών.

Η μικρή γοργόνα κολύμπησε ίσια ως το παράθυρο της καμπίνας, και κάθε φορά που το νερό τη σήκωνε ψηλά, μπορούσε να κοιτάξει μέσα από τα τζάμια, καθαρά σαν καθρέφτες, και να δει πολλούς καλοντυμένους ανθρώπους. Ο πιο όμορφος όμως ήταν ο νεαρός πρίγκιπας με τα μεγάλα μαύρα μάτια. Σίγουρα δεν ήταν πολύ πάνω από δεκαέξι χρονών. Ήταν τα γενέθλιά του, και όλη αυτή η γιορτή γινόταν για εκείνον.

Οι ναύτες χόρευαν στο κατάστρωμα, και όταν ο νεαρός πρίγκιπας βγήκε έξω, πάνω από εκατό φωτοβολίδες ανέβηκαν στον ουρανό. Φώτιζαν σαν μέρα μεσημέρι, κι έτσι η μικρή γοργόνα τρόμαξε πολύ και βούτηξε κάτω από το νερό. Σύντομα όμως ξανάβγαλε το κεφάλι της έξω, και τότε ήταν σαν να έπεφταν όλα τα αστέρια του ουρανού κάτω, κοντά της.

Ποτέ της δεν είχε δει τέτοια πυροτεχνήματα. Μεγάλοι ήλιοι γύριζαν σαν σβούρες, υπέροχα ψάρια από φωτιά πετούσαν μέσα στον γαλάζιο αέρα, και όλα καθρεφτίζονταν στην καθαρή, γαλήνια θάλασσα. Πάνω στο καράβι είχε τόσο φως, που μπορούσες να δεις και το πιο μικρό σκοινάκι, πόσο μάλλον τους ανθρώπους. Ω, πόσο όμορφος ήταν ο νεαρός πρίγκιπας! Έσφιγγε τα χέρια των ανθρώπων, γελούσε και χαμογελούσε, ενώ η μουσική αντηχούσε μέσα στην υπέροχη νύχτα.

Ήταν πια αργά, αλλά η μικρή γοργόνα δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από το καράβι και από τον όμορφο πρίγκιπα. Τα πολύχρωμα φανάρια έσβησαν, οι φωτοβολίδες δεν ανέβαιναν πια στον ουρανό, ούτε ακούγονταν πια κανονιές. Βαθιά μέσα στη θάλασσα όμως κάτι βούιζε και βογκούσε. Εκείνη στο μεταξύ καθόταν πάνω στο νερό και λικνιζόταν πάνω κάτω, έτσι που μπορούσε να βλέπει μέσα στην καμπίνα.

Το καράβι όμως άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα, το ένα πανί άνοιγε μετά το άλλο, τα κύματα δυνάμωναν, μεγάλα σύννεφα μαζεύονταν, και μακριά άστραφτε. Ω, θα ξεσπούσε φοβερή θύελλα! Οι ναύτες λοιπόν μάζεψαν τα πανιά. Το μεγάλο καράβι έτρεχε και κουνιόταν πάνω στην άγρια θάλασσα, το νερό υψωνόταν σαν μεγάλα μαύρα βουνά που ήθελαν να πέσουν πάνω στο κατάρτι, όμως το καράβι βουτούσε σαν κύκνος ανάμεσα στα ψηλά κύματα και άφηνε τα νερά να το σηκώνουν ξανά ψηλά, σαν πάνω σε πύργους.

Η μικρή γοργόνα νόμιζε πως αυτό ήταν ένα πολύ διασκεδαστικό ταξίδι, οι ναύτες όμως δεν το νόμιζαν καθόλου. Το καράβι έτριζε και κροτάλιζε, οι χοντρές σανίδες λύγιζαν από τα δυνατά χτυπήματα, η θάλασσα χτυπούσε πάνω στο καράβι, το κατάρτι έσπασε στη μέση σαν να ήταν καλάμι, και το καράβι έγειρε στο πλάι, ενώ το νερό έμπαινε μέσα του. Τώρα η μικρή γοργόνα είδε πως κινδύνευαν. Κι εκείνη η ίδια έπρεπε να προσέχει τα δοκάρια και τα σπασμένα κομμάτια του καραβιού που έπλεαν στο νερό.

Για μια στιγμή έγινε τόσο κατασκότεινα, που δεν μπορούσε να δει απολύτως τίποτα. Όταν όμως άστραφτε, γινόταν πάλι τόσο φωτεινά, που αναγνώριζε όλους πάνω στο καράβι. Ο καθένας πάλευε να σωθεί όπως μπορούσε. Πιο πολύ από όλους έψαχνε τον νεαρό πρίγκιπα, και όταν το καράβι κόπηκε στα δύο, τον είδε να βυθίζεται στη βαθιά θάλασσα. Την πρώτη στιγμή χάρηκε πολύ, γιατί τώρα θα ερχόταν κάτω, κοντά της. Ύστερα όμως θυμήθηκε πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν μέσα στο νερό και πως στο παλάτι του πατέρα της μπορούσε να φτάσει μόνο νεκρός.

Όχι, δεν έπρεπε να πεθάνει! Κολύμπησε λοιπόν ανάμεσα στα δοκάρια και στις σανίδες που έπλεαν στη θάλασσα, και ξέχασε εντελώς πως μπορούσαν να τη λιώσουν. Βούτηξε βαθιά κάτω από το νερό και ανέβηκε πάλι ψηλά ανάμεσα στα κύματα, και έτσι στο τέλος έφτασε στον νεαρό πρίγκιπα, που σχεδόν δεν μπορούσε πια να κολυμπήσει μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα χέρια και τα πόδια του είχαν αρχίσει να βαραίνουν, τα όμορφα μάτια του έκλειναν, και θα πέθαινε, αν δεν ερχόταν η μικρή γοργόνα. Κράτησε το κεφάλι του πάνω από το νερό και άφησε τα κύματα να τους παρασύρουν όπου ήθελαν.

Το πρωί η κακοκαιρία είχε περάσει. Από το καράβι δεν φαινόταν ούτε ένα σανιδάκι. Ο ήλιος ανέβηκε από το νερό κόκκινος και λαμπερός, και ήταν σαν τα μάγουλα του πρίγκιπα να έπαιρναν ζωή από αυτόν, όμως τα μάτια του έμεναν κλειστά. Η γοργόνα φίλησε το ψηλό, όμορφο μέτωπό του και χάιδεψε προς τα πίσω τα βρεγμένα μαλλιά του. Της φάνηκε πως έμοιαζε με το μαρμάρινο άγαλμα κάτω στον μικρό της κήπο. Τον φίλησε ξανά και ευχήθηκε να ζήσει.

Τώρα είδε μπροστά της στεριά, ψηλά γαλάζια βουνά, που στις κορυφές τους έλαμπε το λευκό χιόνι, σαν να κάθονταν εκεί κύκνοι. Κάτω στην ακτή υπήρχαν πανέμορφα πράσινα δάση, και μπροστά βρισκόταν μια εκκλησία ή ένα μοναστήρι, αυτό δεν το ήξερε καλά, πάντως ήταν ένα κτίριο. Στον κήπο του φύτρωναν λεμονιές και πορτοκαλιές, και μπροστά στην πύλη στέκονταν ψηλοί φοίνικες. Η θάλασσα σχημάτιζε εδώ έναν μικρό κόλπο, που ήταν ολότελα γαλήνιος αλλά πολύ βαθύς, ως τον βράχο, όπου τα κύματα είχαν ξεβράσει λευκή, ψιλή άμμο. Εκεί κολύμπησε με τον όμορφο πρίγκιπα, τον ξάπλωσε στην άμμο και φρόντισε ιδιαίτερα να είναι το κεφάλι του ψηλά, στη ζεστή λιακάδα.

Τότε οι καμπάνες χτύπησαν στο μεγάλο λευκό κτίριο, και πολλά νεαρά κορίτσια πέρασαν μέσα από τον κήπο. Η μικρή γοργόνα κολύμπησε πιο μακριά, πίσω από κάτι ψηλούς βράχους που ξεπρόβαλλαν από το νερό. Σκέπασε τα μαλλιά και το στήθος της με αφρό της θάλασσας, για να μη βλέπει κανείς το μικρό της πρόσωπο, και παρακολουθούσε ποιος θα ερχόταν στον καημένο τον πρίγκιπα.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και ήρθε εκεί μια νεαρή κοπέλα. Φάνηκε να τρομάζει πολύ, αλλά μόνο για μια στιγμή. Ύστερα φώναξε κι άλλους ανθρώπους, και η γοργόνα είδε πως ο πρίγκιπας συνήλθε και χαμογέλασε σε όλους γύρω του. Σε εκείνη όμως δεν χαμογέλασε, αφού δεν ήξερε καν πως τον είχε σώσει αυτή. Ένιωσε τόσο λυπημένη, και όταν τον πήγαν μέσα στο μεγάλο κτίριο, βούτηξε θλιμμένη στο νερό και γύρισε στο παλάτι του πατέρα της.

Πάντα ήταν ήσυχη και συλλογισμένη, τώρα όμως έγινε ακόμα πιο πολύ. Οι αδελφές της τη ρωτούσαν τι είχε δει την πρώτη φορά εκεί πάνω, αλλά εκείνη δεν τους είπε τίποτα.

Πολλά βράδια και πολλά πρωινά ανέβαινε εκεί όπου είχε αφήσει τον πρίγκιπα. Έβλεπε τους καρπούς στον κήπο να ωριμάζουν και να τους μαζεύουν, έβλεπε το χιόνι να λιώνει στα ψηλά βουνά, τον πρίγκιπα όμως δεν τον έβλεπε, κι έτσι γύριζε πάντα στο σπίτι ακόμα πιο λυπημένη. Η μόνη της παρηγοριά ήταν να κάθεται στον μικρό της κήπο και να αγκαλιάζει το όμορφο μαρμάρινο άγαλμα που έμοιαζε με τον πρίγκιπα. Τα λουλούδια της όμως δεν τα φρόντιζε πια. Μεγάλωναν άγρια και απλώνονταν πάνω στα μονοπάτια, και μπέρδευαν τα μακριά κοτσάνια και τα φύλλα τους με τα κλαδιά των δέντρων, έτσι που εκεί είχε γίνει πολύ σκοτεινά.

Στο τέλος δεν άντεξε άλλο και το είπε σε μία από τις αδελφές της. Αμέσως το έμαθαν κι όλες οι άλλες, αλλά κανείς άλλος εκτός από αυτές και δυο τρεις άλλες γοργόνες, που δεν το είπαν σε κανέναν, παρά μόνο στις πιο καλές τους φίλες. Μία από αυτές ήξερε ποιος ήταν ο πρίγκιπας. Είχε δει κι εκείνη τη γιορτή στο καράβι, και ήξερε από πού ήταν ο πρίγκιπας και πού βρισκόταν το βασίλειό του. «Έλα, αδελφούλα!» είπαν οι άλλες πριγκίπισσες, και με τα χέρια στους ώμους η μία της άλλης ανέβηκαν σε μια μακριά σειρά από τη θάλασσα, εκεί όπου ήξεραν πως βρισκόταν το παλάτι του πρίγκιπα.

Ήταν χτισμένο από μια ανοιχτοκίτρινη, γυαλιστερή πέτρα, με μεγάλες μαρμάρινες σκάλες, και μία από αυτές κατέβαινε ίσια μέσα στη θάλασσα. Μεγαλόπρεποι επίχρυσοι τρούλοι υψώνονταν πάνω από τη στέγη, και ανάμεσα στις κολόνες που περιτριγύριζαν όλο το κτίριο στέκονταν μαρμάρινα αγάλματα που έμοιαζαν ζωντανά. Μέσα από το καθαρό τζάμι των ψηλών παραθύρων έβλεπες τις πιο υπέροχες αίθουσες, όπου κρέμονταν πολύτιμες μεταξωτές κουρτίνες και χαλιά, και όλοι οι τοίχοι ήταν στολισμένοι με μεγάλους πίνακες, που ήταν πραγματική χαρά να τους κοιτάζεις. Στη μέση της μεγαλύτερης αίθουσας πιτσίλιζε ένα μεγάλο σιντριβάνι. Τα νερά του πετάγονταν ψηλά ως τον γυάλινο τρούλο της οροφής, από όπου ο ήλιος έλαμπε πάνω στο νερό και στα πανέμορφα φυτά που φύτρωναν στη μεγάλη του λεκάνη.

Τώρα ήξερε πού έμενε, και εκεί πήγαινε πολλά βράδια και πολλές νύχτες. Κολυμπούσε πολύ πιο κοντά στη στεριά από όσο είχε τολμήσει καμία από τις άλλες, και μάλιστα έφτανε ως μέσα στο στενό κανάλι, κάτω από το υπέροχο μαρμάρινο μπαλκόνι, που έριχνε μια μακριά σκιά πάνω στο νερό. Εκεί καθόταν και κοίταζε τον νεαρό πρίγκιπα, που νόμιζε πως ήταν ολομόναχος στο λαμπερό φεγγαρόφωτο. Πολλά βράδια τον έβλεπε να βγαίνει με μουσική στην πανέμορφη βάρκα του, όπου ανέμιζαν οι σημαίες. Κρυφοκοίταζε ανάμεσα από τα πράσινα καλάμια, κι όταν ο αέρας έπιανε το μακρύ ασημόλευκο πέπλο της και κάποιος το έβλεπε, νόμιζε πως ήταν ένας κύκνος που άνοιγε τα φτερά του.

Πολλές νύχτες, όταν οι ψαράδες ψάρευαν στη θάλασσα με τα φανάρια τους, τους άκουγε να λένε τόσα καλά λόγια για τον νεαρό πρίγκιπα. Και χαιρόταν που του είχε σώσει τη ζωή, όταν παρασυρόταν μισοπεθαμένος πάνω στα κύματα. Σκεφτόταν πόσο σταθερά είχε γείρει το κεφάλι του στο στήθος της και πόσο τρυφερά τον είχε φιλήσει τότε. Εκείνος όμως δεν ήξερε τίποτα για όλα αυτά, ούτε καν να την ονειρευτεί δεν μπορούσε.

Όλο και περισσότερο αγαπούσε τους ανθρώπους, όλο και περισσότερο ευχόταν να μπορούσε να ανέβει ανάμεσά τους. Ο κόσμος τους της φαινόταν πολύ μεγαλύτερος από τον δικό της. Γιατί εκείνοι μπορούσαν να πετούν με καράβια πάνω από τη θάλασσα, να ανεβαίνουν στα ψηλά βουνά, πάνω από τα σύννεφα, και οι χώρες τους, με τα δάση και τα χωράφια τους, απλώνονταν πιο μακριά από όσο έφτανε το μάτι της. Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελε να μάθει, μα οι αδελφές της δεν ήξεραν να της απαντήσουν σε όλα. Ρώτησε λοιπόν τη γριά γιαγιά, κι εκείνη ήξερε καλά τον επάνω κόσμο, που πολύ σωστά τον έλεγε «οι χώρες πάνω από τη θάλασσα».

«Αν οι άνθρωποι δεν πνιγούν», ρώτησε η μικρή γοργόνα, «τότε ζουν για πάντα; Δεν πεθαίνουν, όπως εμείς εδώ κάτω στη θάλασσα;»

«Και βέβαια πεθαίνουν», είπε η γριά, «πρέπει κι εκείνοι να πεθάνουν, και η ζωή τους είναι μάλιστα πιο σύντομη από τη δική μας. Εμείς μπορούμε να ζήσουμε τριακόσια χρόνια, όταν όμως πάψουμε να υπάρχουμε εδώ, γινόμαστε μόνο αφρός πάνω στο νερό και δεν έχουμε ούτε καν έναν τάφο εδώ κάτω, ανάμεσα στους αγαπημένους μας. Δεν έχουμε αθάνατη ψυχή, δεν ξαναζούμε ποτέ. Είμαστε σαν το πράσινο καλάμι, που μόλις κοπεί, δεν μπορεί να ξαναπρασινίσει! Οι άνθρωποι όμως έχουν μια ψυχή που ζει για πάντα, ζει και αφού το σώμα γίνει χώμα. Ανεβαίνει μέσα από τον καθαρό αέρα, ψηλά, ως τα λαμπερά αστέρια! Όπως εμείς ανεβαίνουμε από τη θάλασσα και βλέπουμε τις χώρες των ανθρώπων, έτσι κι εκείνοι ανεβαίνουν σε άγνωστους, υπέροχους τόπους, που εμείς δεν θα τους δούμε ποτέ.»

«Γιατί εμείς δεν πήραμε αθάνατη ψυχή;» είπε λυπημένα η μικρή γοργόνα. «Θα έδινα όλα τα τριακόσια χρόνια που έχω να ζήσω, για να γίνω άνθρωπος έστω και για μία μόνο μέρα και να μπορέσω ύστερα να πάω στον ουράνιο κόσμο!» «Αυτό δεν πρέπει να το σκέφτεσαι!» είπε η γριά. «Εμείς ζούμε πολύ πιο ευτυχισμένα και πολύ καλύτερα από τους ανθρώπους εκεί πάνω!»

«Θα πεθάνω λοιπόν και θα γίνω αφρός που θα κυλά πάνω στη θάλασσα, δεν θα ακούω πια τη μουσική των κυμάτων, δεν θα βλέπω τα όμορφα λουλούδια και τον κόκκινο ήλιο! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να κερδίσω μια αιώνια ψυχή;»

«Όχι!» είπε η γριά. «Μόνο αν ένας άνθρωπος σε αγαπούσε πιο πολύ κι από τον πατέρα και τη μητέρα του, αν με όλες του τις σκέψεις και όλη του την αγάπη ήταν δοσμένος σε σένα, και άφηνε τον παπά να βάλει το δεξί του χέρι μέσα στο δικό σου, με την υπόσχεση να σου είναι πιστός εδώ και σε όλη την αιωνιότητα, τότε η ψυχή του θα περνούσε μέσα στο σώμα σου, και θα είχες κι εσύ μερίδιο στην ευτυχία των ανθρώπων. Θα σου έδινε ψυχή και θα κρατούσε ωστόσο και τη δική του. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει ποτέ! Αυτό που είναι τόσο όμορφο εδώ στη θάλασσα, η ουρά σου, εκεί πάνω στη στεριά τη βρίσκουν άσχημη. Δεν ξέρουν καλύτερα, βλέπεις. Εκεί, για να είσαι όμορφος, πρέπει να έχεις δυο άγαρμπα κούτσουρα, που τα λένε πόδια!»

Τότε η μικρή γοργόνα αναστέναξε και κοίταξε λυπημένα την ψαρίσια ουρά της. «Ας είμαστε χαρούμενες», είπε η γριά. «Θα χοροπηδάμε και θα διασκεδάζουμε όλα τα τριακόσια χρόνια που έχουμε να ζήσουμε, και αυτός είναι, μα την αλήθεια, αρκετά μεγάλος καιρός. Ύστερα θα ξεκουραστούμε ακόμα πιο ευχαριστημένες. Απόψε θα έχουμε χορό στο παλάτι!»

Το επόμενο μέρος έρχεται σύντομα.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.