Μια γυναίκα κοιτάζει από ένα μικρό παράθυρο έναν υπέροχο κήπο πίσω από ψηλό τοίχο, γεμάτο λουλούδια και πράσινα ραπουνζέλ Η Ραπουνζέλ κατεβάζει τις μακριές χρυσές πλεξούδες της από το παραθυράκι ενός ψηλού πύργου, και από κάτω στέκεται η μάγισσα Το βασιλόπουλο σταματά με το άλογό του ανάμεσα στα δέντρα και ακούει το τραγούδι από τον πύργο Η Ραπουνζέλ και το βασιλόπουλο κάθονται δίπλα στο παραθυράκι του πύργου και κουβεντιάζουν φιλικά Η θυμωμένη μάγισσα κρατά τις κομμένες χρυσές πλεξούδες, κι η Ραπουνζέλ κοιτάζει λυπημένη Η Ραπουνζέλ αγκαλιάζει το βασιλόπουλο σε ένα ηλιόλουστο ξέφωτο, και δίπλα της στέκονται ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι

Ραπουνζέλ

Ο κήπος της μάγισσας · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−10:16

Για τους γονείς: Στο πρωτότυπο των αδελφών Γκριμ το βασιλόπουλο, μέσα στην απελπισία του, πηδά από τον πύργο. Στην πιο ήπια εκδοχή, ζαλισμένο από τον πόνο, τρεκλίζει, σκοντάφτει και πέφτει.

Ένα κορίτσι με τα πιο μακριά χρυσά μαλλιά του κόσμου ζει κλεισμένο σε έναν ψηλό πύργο μέσα στο δάσος, ώσπου ένα βασιλόπουλο ακούει το τραγούδι του. Το παραμύθι των αδελφών Γκριμ για την αγάπη και την πίστη, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.

Αδελφοί Γκριμ · 10 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Ραπουνζέλ: το κείμενο του παραμυθιού

Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Rapunzel».

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα, που εδώ και πολύ καιρό ήθελαν ένα παιδί, αλλά μάταια. Στο τέλος η γυναίκα άρχισε να ελπίζει πως ο καλός Θεός θα της έκανε τη χάρη. Στο πίσω μέρος του σπιτιού τους είχαν ένα μικρό παράθυρο, κι από εκεί φαινόταν ένας υπέροχος κήπος, γεμάτος με τα πιο όμορφα λουλούδια και βότανα. Γύρω του όμως υψωνόταν ένας ψηλός τοίχος, και κανείς δεν τολμούσε να μπει μέσα, γιατί ανήκε σε μια μάγισσα, που είχε μεγάλη δύναμη και τη φοβόταν όλος ο κόσμος.

Μια μέρα η γυναίκα στεκόταν σε αυτό το παράθυρο και κοίταζε κάτω στον κήπο. Τότε είδε ένα παρτέρι φυτεμένο με τα πιο όμορφα ραπουνζέλ, ένα τρυφερό χορταρικό για σαλάτα. Έμοιαζαν τόσο φρέσκα και πράσινα, που της ήρθε μεγάλη λαχτάρα να φάει από αυτά. Η λαχτάρα της μεγάλωνε κάθε μέρα, κι επειδή ήξερε πως δεν μπορούσε να πάρει ούτε ένα, άρχισε να λιώνει κι έγινε χλωμή και άρρωστη.

Τότε τρόμαξε ο άντρας και τη ρώτησε: «Τι έχεις, καλή μου γυναίκα;» «Αχ», απάντησε εκείνη, «αν δεν φάω ραπουνζέλ από τον κήπο πίσω από το σπίτι μας, θα πεθάνω.» Ο άντρας, που την αγαπούσε, σκέφτηκε: «Παρά να αφήσεις τη γυναίκα σου να πεθάνει, καλύτερα να της φέρεις από τα ραπουνζέλ, όσο κι αν κοστίσει.» Έτσι, με το σούρουπο, σκαρφάλωσε πάνω από τον τοίχο στον κήπο της μάγισσας, έβγαλε βιαστικά μια χούφτα ραπουνζέλ και τα έφερε στη γυναίκα του. Εκείνη έφτιαξε αμέσως σαλάτα και την έφαγε με μεγάλη λαχτάρα.

Της άρεσαν όμως τόσο, μα τόσο πολύ, που την άλλη μέρα τα λαχταρούσε τρεις φορές περισσότερο. Για να ησυχάσει, έπρεπε ο άντρας να ξαναπάει στον κήπο. Με το σούρουπο λοιπόν ξεκίνησε πάλι. Μόλις όμως κατέβηκε από τον τοίχο, τρόμαξε φοβερά, γιατί είδε τη μάγισσα να στέκεται μπροστά του. «Πώς τολμάς», του είπε με θυμωμένο βλέμμα, «να μπαίνεις στον κήπο μου και να μου κλέβεις σαν κλέφτης τα ραπουνζέλ μου; Θα το πληρώσεις ακριβά.»

«Αχ», απάντησε εκείνος, «λυπηθείτε με και συγχωρέστε με. Μόνο από ανάγκη το αποφάσισα. Η γυναίκα μου είδε από το παράθυρο τα ραπουνζέλ σας και τα λαχταρά τόσο πολύ, που θα πέθαινε αν δεν έτρωγε από αυτά.» Τότε ο θυμός της μάγισσας καταλάγιασε, κι εκείνη του είπε: «Αν είναι έτσι όπως τα λες, θα σε αφήσω να πάρεις όσα ραπουνζέλ θέλεις. Βάζω όμως έναν όρο. Πρέπει να μου δώσεις το παιδί που θα φέρει στον κόσμο η γυναίκα σου. Θα περνάει καλά, και θα το φροντίζω σαν μητέρα.» Ο άντρας από τον φόβο του τα υποσχέθηκε όλα. Κι όταν η γυναίκα γέννησε, εμφανίστηκε αμέσως η μάγισσα, έδωσε στο παιδί το όνομα Ραπουνζέλ και το πήρε μαζί της.

Η Ραπουνζέλ έγινε το πιο όμορφο παιδί κάτω από τον ήλιο. Όταν έγινε δώδεκα χρονών, η μάγισσα την έκλεισε σε έναν πύργο, που βρισκόταν μέσα σε ένα δάσος και δεν είχε ούτε σκάλα ούτε πόρτα. Μόνο εκεί πάνω, ψηλά, είχε ένα μικρό παραθυράκι. Όταν η μάγισσα ήθελε να μπει, στεκόταν από κάτω και φώναζε: «Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε μου τα μαλλιά σου.»

Η Ραπουνζέλ είχε μακριά, υπέροχα μαλλιά, λεπτά σαν κλωσμένο χρυσάφι. Μόλις άκουγε τη φωνή της μάγισσας, έλυνε τις πλεξούδες της και τις τύλιγε εκεί πάνω γύρω από έναν γάντζο του παραθύρου. Τότε τα μαλλιά της έπεφταν είκοσι πήχες κάτω, ως το έδαφος, κι η μάγισσα σκαρφάλωνε από αυτά ως πάνω.

Ύστερα από μερικά χρόνια, έτυχε να περάσει από το δάσος καβάλα στο άλογό του ο γιος του βασιλιά, και να βρεθεί κοντά στον πύργο. Τότε άκουσε ένα τραγούδι τόσο γλυκό, που σταμάτησε κι έστησε αυτί. Ήταν η Ραπουνζέλ, που στη μοναξιά της περνούσε την ώρα της τραγουδώντας με τη γλυκιά της φωνή. Το βασιλόπουλο ήθελε να ανέβει κοντά της κι έψαξε για την πόρτα του πύργου, αλλά δεν βρήκε καμία. Γύρισε στο σπίτι του, όμως το τραγούδι είχε αγγίξει τόσο βαθιά την καρδιά του, που κάθε μέρα πήγαινε στο δάσος να το ακούσει.

Μια φορά, εκεί που στεκόταν πάλι πίσω από ένα δέντρο, είδε να έρχεται μια μάγισσα και την άκουσε να φωνάζει προς τα πάνω: «Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε τα μαλλιά σου.» Τότε η Ραπουνζέλ κατέβασε τις πλεξούδες της, κι η μάγισσα ανέβηκε κοντά της. «Αν αυτή είναι η σκάλα που σε ανεβάζει εκεί πάνω, θα δοκιμάσω κι εγώ την τύχη μου», είπε μέσα του το βασιλόπουλο. Και την επόμενη μέρα, όταν άρχισε να σκοτεινιάζει, πήγε στον πύργο και φώναξε: «Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε τα μαλλιά σου.» Αμέσως τα μαλλιά έπεσαν κάτω, και το βασιλόπουλο ανέβηκε.

Στην αρχή η Ραπουνζέλ τρόμαξε πολύ, όταν μπήκε μέσα ένας άντρας, γιατί τα μάτια της δεν είχαν δει ποτέ κανέναν. Το βασιλόπουλο όμως άρχισε να της μιλάει πολύ φιλικά και της είπε πως το τραγούδι της είχε συγκινήσει τόσο πολύ την καρδιά του, που δεν έβρισκε ησυχία κι έπρεπε να τη δει με τα μάτια του. Τότε η Ραπουνζέλ ξέχασε τον φόβο της. Κι όταν εκείνος τη ρώτησε αν ήθελε να γίνει γυναίκα του, κι εκείνη είδε πως ήταν νέος κι όμορφος, σκέφτηκε: «Αυτός θα με αγαπάει περισσότερο από τη γριά την κυρά Γκόθελ», και είπε ναι κι έβαλε το χέρι της μέσα στο δικό του.

Του είπε: «Θέλω πολύ να έρθω μαζί σου, αλλά δεν ξέρω πώς να κατέβω. Κάθε φορά που έρχεσαι, να μου φέρνεις ένα κουβάρι μετάξι. Με αυτό θα πλέξω μια σκάλα, κι όταν είναι έτοιμη, θα κατέβω, κι εσύ θα με πάρεις πάνω στο άλογό σου.» Συμφώνησαν να έρχεται εκείνος κάθε βράδυ ως τότε, γιατί τη μέρα ερχόταν η γριά.

Η μάγισσα δεν κατάλαβε τίποτα, ώσπου μια μέρα η Ραπουνζέλ άρχισε να της λέει: «Πείτε μου, κυρά Γκόθελ, πώς γίνεται και σας τραβάω επάνω πολύ πιο δύσκολα από το νεαρό βασιλόπουλο; Εκείνος είναι κοντά μου σε μια στιγμή.» «Αχ, αχάριστο παιδί», φώναξε η μάγισσα, «τι ακούω από το στόμα σου! Νόμιζα πως σε είχα κρύψει από όλο τον κόσμο, κι εσύ με ξεγέλασες!» Μέσα στον θυμό της άρπαξε τα όμορφα μαλλιά της Ραπουνζέλ, τα τύλιξε δυο τρεις φορές γύρω από το αριστερό της χέρι, έπιασε ένα ψαλίδι με το δεξί, και τσακ, τσακ, τα μαλλιά κόπηκαν, και οι όμορφες πλεξούδες έπεσαν στο πάτωμα. Και ήταν τόσο άσπλαχνη, που πήγε την καημένη τη Ραπουνζέλ σε μια ερημιά, όπου έπρεπε να ζει μέσα σε μεγάλη λύπη και φτώχεια.

Την ίδια μέρα όμως που έδιωξε τη Ραπουνζέλ, το βράδυ, η μάγισσα έδεσε τις κομμένες πλεξούδες εκεί πάνω, στον γάντζο του παραθύρου. Κι όταν ήρθε το βασιλόπουλο και φώναξε: «Ραπουνζέλ, Ραπουνζέλ, ρίξε τα μαλλιά σου», εκείνη κατέβασε τα μαλλιά. Το βασιλόπουλο ανέβηκε, αλλά εκεί πάνω δεν βρήκε την αγαπημένη του Ραπουνζέλ, παρά τη μάγισσα, που το κοίταζε με κακό και φαρμακερό βλέμμα. «Αχά», φώναξε κοροϊδευτικά, «ήρθες να πάρεις την καλή σου, αλλά το όμορφο πουλί δεν κάθεται πια στη φωλιά του και δεν τραγουδά πια. Το άρπαξε η γάτα, και θα σου βγάλει κι εσένα τα μάτια με τα νύχια της. Η Ραπουνζέλ χάθηκε για σένα, δεν θα την ξαναδείς ποτέ.»

Το βασιλόπουλο τρελάθηκε από τον πόνο του. Τρέκλισε προς τα πίσω, σκόνταψε κι έπεσε από τον πύργο. Γλίτωσε τη ζωή του, αλλά τα αγκάθια όπου έπεσε του πλήγωσαν τα μάτια, κι έμεινε τυφλό. Από τότε περιπλανιόταν μέσα στο δάσος, δεν έτρωγε τίποτα άλλο παρά ρίζες και μούρα, και δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να θρηνεί και να κλαίει, που είχε χάσει την αγαπημένη του γυναίκα.

Έτσι περιπλανήθηκε μερικά χρόνια μέσα στη δυστυχία, ώσπου έφτασε τελικά στην ερημιά όπου ζούσε φτωχικά η Ραπουνζέλ με τα δίδυμα που είχε γεννήσει, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι. Άκουσε μια φωνή, που του φάνηκε τόσο γνώριμη, και πήγε προς τα εκεί. Κι όταν πλησίασε, η Ραπουνζέλ γνώρισε το βασιλόπουλο, κρεμάστηκε στον λαιμό του κι έκλαιγε. Δυο από τα δάκρυά της όμως έβρεξαν τα μάτια του, κι εκείνα καθάρισαν ξανά, κι έβλεπε όπως πρώτα. Την πήρε στο βασίλειό του, όπου το υποδέχτηκαν με χαρά, κι έζησαν ακόμα πολλά χρόνια ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.