Ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι ξυλοκόπου στην άκρη ενός μεγάλου δάσους, και μπροστά του ο Χάνσελ και η Γκρέτελ Τη νύχτα, στο φως του φεγγαριού, ο Χάνσελ μαζεύει άσπρα βότσαλα μπροστά στο σπίτι Στο μονοπάτι του δάσους ο Χάνσελ σκορπίζει κρυφά ψίχουλα, και πίσω του χοροπηδούν πουλάκια Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ροκανίζουν τη στέγη και τα παράθυρα του γλυκού σπιτιού από ψωμί και κέικ Ο Χάνσελ βγάζει ένα κοκαλάκι από τον μικρό στάβλο, κι η μάγισσα, που δεν βλέπει καλά, το πιάνει με τα δάχτυλά της Μια άσπρη πάπια περνά την Γκρέτελ απέναντι από το μεγάλο νερό, κι ο Χάνσελ της κουνά το χέρι από την όχθη

Χάνσελ και Γκρέτελ

Το σπιτάκι στην άκρη του δάσους · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−20:58

Για τους γονείς: Στο πρωτότυπο των αδελφών Γκριμ η μάγισσα ουρλιάζει φριχτά μέσα στον φούρνο και καίγεται. Στην πιο ήπια εκδοχή δεν την ακούμε να ουρλιάζει, και η μάγισσα απλώς δεν ξαναβγαίνει ποτέ από τον φούρνο. Όλα τα άλλα μένουν ίδια.

Ένας αδελφός και μια αδελφή χάνονται βαθιά μέσα στο δάσος κι εκεί βρίσκουν ένα σπιτάκι από ψωμί, κέικ και ζάχαρη. Το παραμύθι των αδελφών Γκριμ για το θάρρος, την εξυπνάδα και την αγάπη ανάμεσα σε δυο αδέλφια, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.

Αδελφοί Γκριμ · 21 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Χάνσελ και Γκρέτελ: το κείμενο του παραμυθιού

Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Hänsel und Gretel».

Κοντά σε ένα μεγάλο δάσος ζούσε ένας φτωχός ξυλοκόπος με τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Το αγοράκι το έλεγαν Χάνσελ και το κοριτσάκι Γκρέτελ. Το φαγητό στο σπίτι τους ήταν πάντα λιγοστό. Κι όταν κάποτε ήρθαν δύσκολα χρόνια κι όλα ακρίβυναν πολύ, ο ξυλοκόπος δεν μπορούσε πια να φέρει στο σπίτι ούτε το ψωμί της κάθε μέρας.

Ένα βράδυ, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, σκεφτόταν κι από τις έγνοιες στριφογύριζε πέρα δώθε, αναστέναξε και είπε στη γυναίκα του: «Τι θα γίνουμε; Πώς θα θρέψουμε τα καημένα τα παιδιά μας, αφού δεν έχουμε πια τίποτα ούτε για εμάς τους ίδιους;» «Ξέρεις κάτι, άντρα μου», απάντησε η γυναίκα, «αύριο, πολύ νωρίς το πρωί, θα πάμε τα παιδιά έξω στο δάσος, εκεί που είναι το πιο πυκνό. Θα τους ανάψουμε μια φωτιά και θα δώσουμε στο καθένα ένα κομματάκι ψωμί ακόμα. Ύστερα θα πάμε στη δουλειά μας και θα τα αφήσουμε μόνα τους. Τον δρόμο για το σπίτι δεν θα τον ξαναβρούν, και θα τα έχουμε ξεφορτωθεί.»

«Όχι, γυναίκα», είπε ο άντρας, «αυτό δεν το κάνω. Πώς να μου βαστήξει η καρδιά να αφήσω τα παιδιά μου μόνα τους μέσα στο δάσος; Γρήγορα θα έρθουν τα άγρια θηρία και θα τα κατασπαράξουν.» «Ανόητε», είπε εκείνη, «τότε θα πεθάνουμε από την πείνα και οι τέσσερις, κι εσύ μπορείς να αρχίσεις να πελεκάς τις σανίδες για τα φέρετρα.» Και δεν τον άφησε σε ησυχία, ώσπου εκείνος συμφώνησε. «Κι όμως, τα λυπάμαι τα καημένα τα παιδιά», είπε ο άντρας.

Τα δυο παιδιά δεν είχαν μπορέσει κι αυτά να κοιμηθούν από την πείνα, κι είχαν ακούσει τι είπε η μητριά στον πατέρα. Η Γκρέτελ έκλαιγε με πικρά δάκρυα και είπε στον Χάνσελ: «Τώρα χαθήκαμε.» «Σώπα, Γκρέτελ», είπε ο Χάνσελ, «μη στενοχωριέσαι, εγώ θα βρω τρόπο να μας σώσω.» Κι όταν οι μεγάλοι αποκοιμήθηκαν, σηκώθηκε, φόρεσε το σακάκι του, άνοιξε σιγά την πόρτα και γλίστρησε έξω.

Το φεγγάρι έλαμπε πολύ φωτεινό, και τα άσπρα βότσαλα που ήταν σκορπισμένα μπροστά στο σπίτι γυάλιζαν σαν ασημένια νομίσματα. Ο Χάνσελ έσκυψε και γέμισε την τσεπούλα του σακακιού του με όσα χωρούσαν. Ύστερα γύρισε μέσα και είπε στην Γκρέτελ: «Μη φοβάσαι, καλή μου αδελφούλα, και κοιμήσου ήσυχα. Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει.» Και ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι του.

Μόλις άρχισε να χαράζει, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, ήρθε η γυναίκα και ξύπνησε τα δυο παιδιά: «Σηκωθείτε, τεμπέληδες, θα πάμε στο δάσος να φέρουμε ξύλα.» Ύστερα έδωσε στο καθένα ένα κομματάκι ψωμί και είπε: «Αυτό είναι για το μεσημέρι, αλλά μην το φάτε νωρίτερα, γιατί άλλο δεν θα πάρετε.» Η Γκρέτελ έβαλε το ψωμί κάτω από την ποδιά της, γιατί ο Χάνσελ είχε τα βότσαλα στην τσέπη του. Ύστερα ξεκίνησαν όλοι μαζί για το δάσος.

Αφού περπάτησαν λίγη ώρα, ο Χάνσελ σταμάτησε και κοίταξε πίσω προς το σπίτι, κι αυτό το έκανε ξανά και ξανά. Ο πατέρας είπε: «Χάνσελ, τι κοιτάζεις εκεί και μένεις πίσω; Πρόσεχε, και κούνα τα πόδια σου.» «Αχ, πατέρα», είπε ο Χάνσελ, «κοιτάζω το άσπρο μου γατάκι, που κάθεται πάνω στη στέγη και θέλει να μου πει αντίο.» Η γυναίκα είπε: «Ανόητε, αυτό δεν είναι το γατάκι σου, είναι ο πρωινός ήλιος που λάμπει πάνω στην καμινάδα.» Ο Χάνσελ όμως δεν κοίταζε το γατάκι, αλλά κάθε φορά έριχνε στον δρόμο ένα από τα γυαλιστερά βότσαλα της τσέπης του.

Όταν έφτασαν στη μέση του δάσους, ο πατέρας είπε: «Τώρα μαζέψτε ξύλα, παιδιά, να ανάψω μια φωτιά για να μην κρυώνετε.» Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ κουβάλησαν φρύγανα, ένα ολόκληρο βουναλάκι. Τα φρύγανα άναψαν, κι όταν η φλόγα φούντωσε ψηλά, η γυναίκα είπε: «Τώρα ξαπλώστε δίπλα στη φωτιά, παιδιά, και ξεκουραστείτε. Εμείς θα πάμε στο δάσος να κόψουμε ξύλα. Όταν τελειώσουμε, θα γυρίσουμε να σας πάρουμε.»

Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ κάθονταν δίπλα στη φωτιά, κι όταν ήρθε το μεσημέρι, έφαγε ο καθένας το κομματάκι του το ψωμί. Κι επειδή άκουγαν τα χτυπήματα του τσεκουριού, πίστευαν πως ο πατέρας τους ήταν κάπου κοντά. Δεν ήταν όμως το τσεκούρι, ήταν ένα κλαδί που το είχε δέσει σε ένα ξερό δέντρο, κι ο αέρας το χτυπούσε πέρα δώθε. Κι αφού κάθισαν έτσι πολλή ώρα, τα μάτια τους έκλεισαν από την κούραση και αποκοιμήθηκαν βαθιά.

Όταν επιτέλους ξύπνησαν, ήταν πια σκοτεινή νύχτα. Η Γκρέτελ άρχισε να κλαίει και είπε: «Πώς θα βγούμε τώρα από το δάσος;» Ο Χάνσελ όμως την παρηγόρησε: «Περίμενε λίγο, ώσπου να βγει το φεγγάρι, και τότε θα βρούμε τον δρόμο.» Κι όταν ανέβηκε στον ουρανό το ολόγιομο φεγγάρι, ο Χάνσελ έπιασε την αδελφούλα του από το χέρι και ακολούθησε τα βότσαλα, που λαμπύριζαν σαν καινούργια ασημένια νομίσματα και τους έδειχναν τον δρόμο. Περπάτησαν όλη τη νύχτα, και με το χάραμα έφτασαν ξανά στο σπίτι του πατέρα τους.

Χτύπησαν την πόρτα, κι όταν η γυναίκα άνοιξε και είδε πως ήταν ο Χάνσελ και η Γκρέτελ, είπε: «Κακά παιδιά, γιατί κοιμηθήκατε τόση ώρα στο δάσος; Νομίσαμε πως δεν θέλατε να γυρίσετε καθόλου.» Ο πατέρας όμως χάρηκε, γιατί πονούσε η καρδιά του που τα είχε αφήσει μόνα τους εκεί.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, και η φτώχεια ήταν πάλι παντού, και τα παιδιά άκουσαν τη νύχτα τη μητέρα να λέει στον πατέρα μέσα στο κρεβάτι: «Τελείωσαν πάλι όλα. Μας έμεινε μόνο μισή φρατζόλα ψωμί, κι ύστερα τέλος. Τα παιδιά πρέπει να φύγουν. Θα τα πάμε πιο βαθιά μέσα στο δάσος, για να μην ξαναβρούν τον δρόμο. Αλλιώς δεν υπάρχει σωτηρία για εμάς.» Ο άντρας ένιωσε βαριά την καρδιά του και σκέφτηκε: «Καλύτερα θα ήταν να μοιραστείς την τελευταία μπουκιά με τα παιδιά σου.» Η γυναίκα όμως δεν άκουγε τίποτα από όσα έλεγε, τον μάλωνε και τον κατηγορούσε. Όποιος λέει άλφα, πρέπει να πει και βήτα, κι επειδή είχε υποχωρήσει την πρώτη φορά, έπρεπε να υποχωρήσει και τη δεύτερη.

Τα παιδιά όμως ήταν ακόμα ξύπνια και είχαν ακούσει όλη την κουβέντα. Όταν οι μεγάλοι αποκοιμήθηκαν, ο Χάνσελ σηκώθηκε πάλι και θέλησε να βγει έξω να μαζέψει βότσαλα, όπως και την προηγούμενη φορά. Η γυναίκα όμως είχε κλειδώσει την πόρτα, κι ο Χάνσελ δεν μπορούσε να βγει. Κι όμως παρηγόρησε την αδελφούλα του και της είπε: «Μην κλαις, Γκρέτελ, και κοιμήσου ήσυχα. Ο καλός Θεός θα μας βοηθήσει.»

Νωρίς το πρωί ήρθε η γυναίκα και σήκωσε τα παιδιά από το κρεβάτι. Πήραν το κομματάκι τους το ψωμί, που ήταν όμως ακόμα πιο μικρό από την προηγούμενη φορά. Στον δρόμο για το δάσος ο Χάνσελ το έκανε ψίχουλα μέσα στην τσέπη του, σταματούσε συχνά κι έριχνε ένα ψίχουλο στο χώμα. «Χάνσελ, γιατί σταματάς και κοιτάζεις γύρω σου;» είπε ο πατέρας. «Προχώρα.» «Κοιτάζω το περιστεράκι μου, που κάθεται πάνω στη στέγη και θέλει να μου πει αντίο», απάντησε ο Χάνσελ. «Ανόητε», είπε η γυναίκα, «αυτό δεν είναι το περιστεράκι σου, είναι ο πρωινός ήλιος που λάμπει εκεί πάνω στην καμινάδα.» Ο Χάνσελ όμως, σιγά σιγά, σκόρπισε όλα τα ψίχουλα στον δρόμο.

Η γυναίκα οδήγησε τα παιδιά ακόμα πιο βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί που δεν είχαν βρεθεί ποτέ στη ζωή τους. Άναψαν πάλι μια μεγάλη φωτιά, και η μητέρα είπε: «Μείνετε εδώ καθισμένα, παιδιά, κι αν κουραστείτε, μπορείτε να κοιμηθείτε λίγο. Εμείς πάμε στο δάσος να κόψουμε ξύλα, και το βράδυ, όταν τελειώσουμε, θα έρθουμε να σας πάρουμε.» Όταν ήρθε το μεσημέρι, η Γκρέτελ μοιράστηκε το ψωμί της με τον Χάνσελ, που είχε σκορπίσει το δικό του στον δρόμο. Ύστερα αποκοιμήθηκαν, και πέρασε το βράδυ, αλλά κανείς δεν ήρθε για τα καημένα τα παιδιά.

Ξύπνησαν όταν είχε πια πέσει σκοτεινή νύχτα, κι ο Χάνσελ παρηγόρησε την αδελφούλα του και είπε: «Περίμενε, Γκρέτελ, ώσπου να βγει το φεγγάρι. Τότε θα δούμε τα ψίχουλα που σκόρπισα, και θα μας δείξουν τον δρόμο για το σπίτι.» Όταν βγήκε το φεγγάρι, ξεκίνησαν, αλλά δεν βρήκαν ούτε ένα ψίχουλο, γιατί τα πουλιά, χιλιάδες χιλιάδες, που πετούν στο δάσος και στα χωράφια, τα είχαν τσιμπολογήσει όλα. Ο Χάνσελ είπε στην Γκρέτελ: «Θα βρούμε τον δρόμο, θα δεις», αλλά δεν τον βρήκαν.

Περπάτησαν όλη τη νύχτα κι ακόμα μια μέρα, από το πρωί ως το βράδυ, αλλά δεν κατάφεραν να βγουν από το δάσος. Και πεινούσαν πολύ, γιατί δεν είχαν φάει τίποτα, εκτός από λίγα μούρα που φύτρωναν χαμηλά στο χώμα. Κι επειδή ήταν τόσο κουρασμένα, που τα πόδια τους δεν μπορούσαν πια να τα κρατήσουν, ξάπλωσαν κάτω από ένα δέντρο κι αποκοιμήθηκαν.

Ήταν πια το τρίτο πρωί από τότε που είχαν φύγει από το σπίτι του πατέρα τους. Άρχισαν πάλι να περπατούν, αλλά χώνονταν όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος, κι αν δεν ερχόταν γρήγορα βοήθεια, θα πέθαιναν από την πείνα και την κούραση. Το μεσημέρι είδαν ένα όμορφο, κάτασπρο πουλάκι να κάθεται σε ένα κλαδί και να τραγουδά τόσο γλυκά, που στάθηκαν να το ακούσουν. Κι όταν τελείωσε το τραγούδι του, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μπροστά τους. Τα παιδιά το ακολούθησαν, ώσπου έφτασαν σε ένα σπιτάκι, και το πουλάκι κάθισε πάνω στη στέγη του.

Κι όταν πλησίασαν πολύ κοντά, είδαν πως το σπιτάκι ήταν χτισμένο από ψωμί και σκεπασμένο με κέικ, και τα παράθυρα ήταν από διάφανη ζάχαρη. «Ας στρωθούμε στο φαγητό», είπε ο Χάνσελ, «κι ας φάμε ώσπου να χορτάσουμε. Εγώ θα φάω ένα κομμάτι από τη στέγη, κι εσύ, Γκρέτελ, μπορείς να φας από το παράθυρο. Αυτό είναι γλυκό.» Ο Χάνσελ σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του κι έκοψε ένα κομματάκι από τη στέγη, για να δοκιμάσει τι γεύση είχε, κι η Γκρέτελ στάθηκε δίπλα στα τζάμια και τα ροκάνιζε.

Τότε μια λεπτή φωνή φώναξε μέσα από την κάμαρα: «Κριτς κρατς, κριτς κρατς, ποιος μου τρώει το σπιτάκι;» Τα παιδιά απάντησαν: «Ο αέρας, ο αέρας, του ουρανού το παιδάκι», και συνέχισαν να τρώνε χωρίς να ταραχτούν καθόλου. Ο Χάνσελ, που του άρεσε πολύ η στέγη, έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι, κι η Γκρέτελ έβγαλε ένα ολόκληρο στρογγυλό τζάμι, κάθισε κάτω και το απολάμβανε.

Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα, κι από μέσα βγήκε σιγά σιγά μια πολύ, πολύ γριά γυναίκα, που στηριζόταν σε ένα δεκανίκι. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ τρόμαξαν τόσο πολύ, που τους έπεσαν από τα χέρια όσα κρατούσαν. Η γριά όμως κούνησε το κεφάλι της και είπε: «Αχ, καλά μου παιδάκια, ποιος σας έφερε εδώ; Ελάτε μέσα και μείνετε μαζί μου, κανένα κακό δεν θα πάθετε.» Τα έπιασε και τα δυο από το χέρι και τα έβαλε μέσα στο σπιτάκι της. Εκεί τους σέρβιρε καλό φαγητό, γάλα και τηγανίτες με ζάχαρη, μήλα και καρύδια. Ύστερα έστρωσε δυο όμορφα κρεβατάκια με κάτασπρα σεντόνια, κι ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ξάπλωσαν και νόμιζαν πως ήταν στον παράδεισο.

Η γριά όμως μόνο έκανε την καλή. Στην πραγματικότητα ήταν μια κακιά μάγισσα, που παραφύλαγε τα παιδιά, κι είχε χτίσει το σπιτάκι από ψωμί μόνο και μόνο για να τα τραβήξει κοντά της. Όταν κάποιο έπεφτε στα χέρια της, το σκότωνε, το μαγείρευε και το έτρωγε, κι αυτό για εκείνη ήταν μέρα γιορτής. Οι μάγισσες έχουν κόκκινα μάτια και δεν βλέπουν μακριά, έχουν όμως μύτη που μυρίζει πολύ καλά, σαν των ζώων, και καταλαβαίνουν όταν πλησιάζουν άνθρωποι. Όταν ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ήρθαν κοντά στο σπίτι της, εκείνη γέλασε κακόβουλα και είπε κοροϊδευτικά: «Αυτά τα έπιασα, και δεν θα μου ξεφύγουν πια.»

Νωρίς το πρωί, πριν ξυπνήσουν τα παιδιά, εκείνη είχε κιόλας σηκωθεί, κι όταν τα είδε να κοιμούνται τόσο γλυκά, με τα στρουμπουλά κόκκινα μαγουλάκια τους, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της: «Αυτό θα είναι καλή μπουκιά.» Τότε άρπαξε τον Χάνσελ με το κοκαλιάρικο χέρι της, τον κουβάλησε σε έναν μικρό στάβλο και τον κλείδωσε πίσω από μια πόρτα με κάγκελα. Όσο κι αν φώναζε, τίποτα δεν τον βοηθούσε. Ύστερα πήγε στην Γκρέτελ, την ταρακούνησε ώσπου ξύπνησε και φώναξε: «Σήκω, τεμπέλα, φέρε νερό και μαγείρεψε κάτι καλό για τον αδελφό σου. Κάθεται έξω στον στάβλο και πρέπει να παχύνει. Όταν παχύνει, θα τον φάω.» Η Γκρέτελ άρχισε να κλαίει πικρά, αλλά όλα ήταν μάταια, έπρεπε να κάνει όσα ζητούσε η κακιά μάγισσα.

Από τότε μαγείρευαν για τον καημένο τον Χάνσελ το καλύτερο φαγητό, η Γκρέτελ όμως δεν έπαιρνε τίποτα άλλο παρά κελύφη από καβούρια. Κάθε πρωί η γριά πήγαινε σιγά σιγά ως τον μικρό στάβλο και φώναζε: «Χάνσελ, βγάλε έξω το δάχτυλό σου, να το πιάσω και να δω αν θα παχύνεις σύντομα.» Ο Χάνσελ όμως της έβγαζε ένα κοκαλάκι, κι η γριά, που τα μάτια της ήταν θολά, δεν μπορούσε να το δει και νόμιζε πως ήταν το δάχτυλο του Χάνσελ. Κι απορούσε που δεν έλεγε να παχύνει.

Όταν πέρασαν τέσσερις εβδομάδες κι ο Χάνσελ έμενε πάντα αδύνατος, τη γριά την έπιασε ανυπομονησία και δεν ήθελε να περιμένει άλλο. «Άντε, Γκρέτελ», φώναξε στο κορίτσι, «κουνήσου και φέρε νερό. Είτε είναι ο Χάνσελ παχύς είτε αδύνατος, αύριο θα τον σφάξω και θα τον μαγειρέψω.» Αχ, πώς θρηνούσε η καημένη η αδελφούλα όταν έπρεπε να κουβαλάει το νερό, και πώς κυλούσαν τα δάκρυα στα μάγουλά της! «Καλέ μου Θεέ, βοήθησέ μας», φώναξε. «Καλύτερα να μας είχαν φάει τα άγρια θηρία στο δάσος, τουλάχιστον θα είχαμε πεθάνει μαζί.» «Σταμάτα τα κλάματα», είπε η γριά, «δεν σε ωφελούν σε τίποτα.»

Νωρίς το πρωί η Γκρέτελ έπρεπε να βγει έξω, να κρεμάσει το καζάνι με το νερό και να ανάψει τη φωτιά. «Πρώτα θα ψήσουμε», είπε η γριά. «Έχω ήδη ανάψει τον φούρνο κι έχω ζυμώσει το ζυμάρι.» Έσπρωξε την καημένη την Γκρέτελ έξω, ως τον φούρνο, που οι φλόγες πετάγονταν κιόλας από μέσα του. «Χώσου μέσα», είπε η μάγισσα, «και δες αν ζεστάθηκε αρκετά, για να βάλουμε μέσα το ψωμί.» Κι όταν η Γκρέτελ ήταν μέσα, ήθελε να κλείσει τον φούρνο, για να ψηθεί η Γκρέτελ εκεί μέσα, κι ύστερα να φάει κι αυτήν.

Η Γκρέτελ όμως κατάλαβε τι είχε στο μυαλό της και είπε: «Δεν ξέρω πώς να το κάνω. Πώς θα μπω εκεί μέσα;» «Χαζή χήνα», είπε η γριά, «το άνοιγμα είναι αρκετά μεγάλο. Βλέπεις; Θα μπορούσα να μπω κι εγώ η ίδια.» Κι ήρθε κοντά σέρνοντας τα πόδια της κι έχωσε το κεφάλι της μέσα στον φούρνο. Τότε η Γκρέτελ της έδωσε μια σπρωξιά, που την έστειλε βαθιά μέσα, έκλεισε τη σιδερένια πόρτα κι έβαλε τον σύρτη. Η Γκρέτελ όμως έφυγε τρέχοντας, κι η κακούργα μάγισσα δεν ξαναβγήκε ποτέ από τον φούρνο.

Η Γκρέτελ έτρεξε ίσια στον Χάνσελ, άνοιξε τον μικρό του στάβλο και φώναξε: «Χάνσελ, σωθήκαμε! Η γριά μάγισσα είναι νεκρή.» Τότε ο Χάνσελ πετάχτηκε έξω, σαν πουλί από το κλουβί όταν του ανοίξουν την πορτούλα. Πόσο χάρηκαν, πώς αγκαλιάστηκαν, πώς χοροπηδούσαν και φιλιόντουσαν! Κι επειδή δεν χρειαζόταν πια να φοβούνται, μπήκαν στο σπίτι της μάγισσας, κι εκεί, σε κάθε γωνιά, υπήρχαν σεντούκια γεμάτα μαργαριτάρια και πολύτιμες πέτρες. «Αυτά είναι ακόμα καλύτερα από τα βότσαλα», είπε ο Χάνσελ, και γέμισε τις τσέπες του όσο χωρούσαν. Κι η Γκρέτελ είπε: «Θέλω κι εγώ να πάρω κάτι στο σπίτι», και γέμισε την ποδίτσα της.

«Τώρα όμως ας φύγουμε», είπε ο Χάνσελ, «για να βγούμε από το δάσος της μάγισσας.» Όταν όμως περπάτησαν μερικές ώρες, έφτασαν σε ένα μεγάλο νερό. «Δεν μπορούμε να περάσουμε απέναντι», είπε ο Χάνσελ. «Δεν βλέπω ούτε σανίδι ούτε γέφυρα.» «Ούτε βαρκούλα περνάει από εδώ», απάντησε η Γκρέτελ, «αλλά εκεί κολυμπάει μια άσπρη πάπια. Αν την παρακαλέσω, θα μας βοηθήσει να περάσουμε.» Και φώναξε: «Παπίτσα, παπίτσα, άσπρη και καλή, η Γκρέτελ κι ο Χάνσελ στέκονται μαζί. Ούτε γέφυρα έχει, ούτε σανιδάκι, πάρε μας στην πλάτη σου, άσπρο παπάκι.»

Η παπίτσα ήρθε πράγματι κοντά, κι ο Χάνσελ ανέβηκε στην πλάτη της και φώναξε την αδελφούλα του να καθίσει μαζί του. «Όχι», απάντησε η Γκρέτελ, «θα είναι πολύ βαρύ για την παπίτσα. Ας μας περάσει πρώτα τον έναν κι ύστερα τον άλλον.» Κι έτσι έκανε το καλό ζωάκι. Κι όταν πέρασαν ευτυχώς απέναντι και περπάτησαν λίγη ώρα ακόμα, το δάσος τους φαινόταν όλο και πιο γνώριμο, όλο και πιο γνώριμο, και στο τέλος είδαν από μακριά το σπίτι του πατέρα τους.

Τότε άρχισαν να τρέχουν, όρμησαν μέσα στην κάμαρα και κρεμάστηκαν στον λαιμό του πατέρα τους. Ο άντρας δεν είχε περάσει ούτε μια χαρούμενη ώρα από τότε που είχε αφήσει τα παιδιά στο δάσος, η γυναίκα όμως είχε πεθάνει. Η Γκρέτελ τίναξε την ποδίτσα της, και τα μαργαριτάρια και οι πολύτιμες πέτρες χοροπήδησαν σε όλη την κάμαρα, κι ο Χάνσελ έριχνε μαζί τους από την τσέπη του τη μια χούφτα μετά την άλλη. Έτσι τελείωσαν όλες οι έγνοιες τους, και ζούσαν από τότε μαζί, μόνο με χαρά. Το παραμύθι μου τελειώνει, να, ένα ποντικάκι τρέχει στο αλώνι. Όποιος το πιάσει, μπορεί να φτιάξει από αυτό έναν μεγάλο, μεγάλο γούνινο σκούφο.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.