Ένας γέρικος γάιδαρος, ένας κουρασμένος σκύλος, μια γκρινιάρα γάτα κι ένας πετεινός με δυνατή φωνή ξεκινούν μαζί για τη Βρέμη, για να γίνουν μουσικοί της πόλης. Ένα χαρούμενο παραμύθι των αδελφών Γκριμ για τη φιλία και το θάρρος, μεταφρασμένο από το γερμανικό πρωτότυπο.
Αδελφοί Γκριμ · 9 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη
Οι μουσικοί της Βρέμης: το κείμενο του παραμυθιού
Αδελφοί Γκριμ (1857). Μετάφραση από το γερμανικό πρωτότυπο «Die Bremer Stadtmusikanten».
Ένας άνθρωπος είχε έναν γάιδαρο, που χρόνια και χρόνια κουβαλούσε τα σακιά στον μύλο χωρίς να παραπονιέται ποτέ. Τώρα όμως οι δυνάμεις του είχαν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν, κι όλο και λιγότερο μπορούσε να δουλέψει. Τότε το αφεντικό του σκέφτηκε να τον ξεφορτωθεί, για να μην του δίνει πια τροφή. Ο γάιδαρος όμως κατάλαβε πως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, το έσκασε και πήρε τον δρόμο για τη Βρέμη. Εκεί, σκεφτόταν, θα μπορούσε να γίνει μουσικός της πόλης.
Αφού περπάτησε λίγη ώρα, βρήκε ξαπλωμένο στον δρόμο ένα κυνηγόσκυλο, που λαχάνιαζε σαν να είχε τρέξει πολύ. «Τι λαχανιάζεις έτσι, Αρπάχτη;» ρώτησε ο γάιδαρος. «Αχ», είπε ο σκύλος, «επειδή είμαι γέρος και κάθε μέρα γίνομαι πιο αδύναμος, και στο κυνήγι δεν μπορώ πια να τρέξω, το αφεντικό μου ήθελε να με σκοτώσει. Κι εγώ το έβαλα στα πόδια. Τώρα όμως πώς θα βγάζω το ψωμί μου;» «Ξέρεις κάτι;» είπε ο γάιδαρος. «Εγώ πάω στη Βρέμη να γίνω μουσικός της πόλης. Έλα μαζί μου, να σε πάρουν κι εσένα στη μουσική. Εγώ θα παίζω λαούτο, κι εσύ θα χτυπάς τα τύμπανα.» Ο σκύλος συμφώνησε ευχαριστημένος, και συνέχισαν τον δρόμο τους.
Δεν πέρασε πολλή ώρα, και να, στην άκρη του δρόμου καθόταν μια γάτα και είχε κατεβάσει τα μούτρα. «Λοιπόν, τι σου στράβωσε, κυρά μουστακαλού;» είπε ο γάιδαρος. «Ποιος μπορεί να είναι χαρούμενος, όταν κινδυνεύει το τομάρι του;» απάντησε η γάτα. «Επειδή μεγάλωσα πια, τα δόντια μου δεν κόβουν όπως παλιά, και μου αρέσει περισσότερο να κάθομαι πίσω από τη σόμπα και να γουργουρίζω παρά να κυνηγάω ποντίκια, η κυρά μου ήθελε να με πνίξει. Κατάφερα βέβαια να ξεφύγω, τώρα όμως δεν ξέρω τι να κάνω. Πού να πάω;» «Έλα μαζί μας στη Βρέμη. Εσύ ξέρεις από νυχτερινές καντάδες, μπορείς να γίνεις κι εσύ μουσικός της πόλης.» Η γάτα το βρήκε καλή ιδέα και πήγε μαζί τους.
Ύστερα οι τρεις φυγάδες πέρασαν από ένα αγρόκτημα. Πάνω στην αυλόπορτα καθόταν ο πετεινός του σπιτιού και φώναζε με όλη του τη δύναμη. «Η φωνή σου μας τρυπάει τα αυτιά», είπε ο γάιδαρος. «Τι σου συμβαίνει;» «Είπα πως θα κάνει καλό καιρό», είπε ο πετεινός, «γιατί σήμερα είναι γιορτή της Παναγίας, τη μέρα που έπλυνε τα πουκαμισάκια του μικρού Χριστού και θέλει να τα στεγνώσει. Επειδή όμως αύριο, Κυριακή, έρχονται καλεσμένοι, η νοικοκυρά δεν έχει καθόλου έλεος. Είπε στη μαγείρισσα πως αύριο θέλει να με βάλει στη σούπα, κι έτσι απόψε θα μου κόψουν το κεφάλι. Και τώρα φωνάζω με όλη μου τη δύναμη, όσο ακόμα μπορώ.»
«Άκου να δεις, κοκκινοκέφαλε», είπε ο γάιδαρος, «καλύτερα έλα μαζί μας. Πάμε στη Βρέμη. Κάτι καλύτερο από τον θάνατο θα βρεις οπουδήποτε. Έχεις ωραία φωνή, κι αν παίξουμε μουσική όλοι μαζί, θα ακούγεται υπέροχα.» Ο πετεινός δέχτηκε με χαρά την πρόταση, κι έφυγαν και οι τέσσερις μαζί.
Όμως δεν μπορούσαν να φτάσουν στη Βρέμη σε μια μέρα, και το βράδυ βρέθηκαν σε ένα δάσος, όπου ήθελαν να περάσουν τη νύχτα. Ο γάιδαρος και ο σκύλος ξάπλωσαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, η γάτα κι ο πετεινός ανέβηκαν στα κλαδιά, κι ο πετεινός πέταξε ως την κορυφή, εκεί που ήταν πιο ασφαλής. Πριν αποκοιμηθεί, κοίταξε άλλη μια φορά προς όλες τις μεριές, και του φάνηκε πως είδε μακριά να καίει μια μικρή σπίθα. Φώναξε λοιπόν στους συντρόφους του πως κάπου όχι πολύ μακριά πρέπει να υπάρχει ένα σπίτι, γιατί φαινόταν ένα φως.
Ο γάιδαρος είπε: «Τότε πρέπει να ξεκινήσουμε και να πάμε εκεί, γιατί εδώ δεν είναι καλό μέρος για ύπνο.» Ο σκύλος σκέφτηκε πως μερικά κόκαλα με λίγο κρέας πάνω τους δεν θα του έπεφταν κι άσχημα. Ξεκίνησαν λοιπόν προς το μέρος όπου ήταν το φως, και σε λίγο το είδαν να λάμπει πιο δυνατά, κι όλο μεγάλωνε, ώσπου έφτασαν μπροστά σε ένα κατάφωτο σπίτι ληστών. Ο γάιδαρος, που ήταν ο πιο μεγάλος, πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε μέσα.
«Τι βλέπεις, γκριζούλη;» ρώτησε ο πετεινός. «Τι βλέπω;» απάντησε ο γάιδαρος. «Ένα στρωμένο τραπέζι με ωραίο φαγητό και πιοτό, και γύρω του κάθονται ληστές και περνούν μια χαρά.» «Αυτό θα ήταν κάτι για εμάς», είπε ο πετεινός. «Ναι, ναι, αχ, να ήμασταν εκεί μέσα!» είπε ο γάιδαρος.
Τότε τα ζώα έκαναν συμβούλιο, πώς να τα καταφέρουν να διώξουν τους ληστές, και στο τέλος βρήκαν έναν τρόπο. Ο γάιδαρος έπρεπε να σταθεί με τα μπροστινά του πόδια πάνω στο περβάζι, ο σκύλος να πηδήξει στην πλάτη του γαϊδάρου, η γάτα να σκαρφαλώσει πάνω στον σκύλο, και στο τέλος ο πετεινός να πετάξει ψηλά και να καθίσει στο κεφάλι της γάτας. Όταν έγινε αυτό, με ένα σύνθημα άρχισαν όλοι μαζί τη μουσική τους. Ο γάιδαρος γκάριζε, ο σκύλος γάβγιζε, η γάτα νιαούριζε κι ο πετεινός λαλούσε. Ύστερα όρμησαν από το παράθυρο μέσα στην κάμαρα, και τα τζάμια έγιναν κομμάτια με πάταγο.
Οι ληστές πετάχτηκαν πάνω από τη φοβερή φασαρία, δεν σκέφτηκαν τίποτα άλλο παρά πως μπαίνει μέσα κάποιο φάντασμα, κι έφυγαν τρέχοντας, κατατρομαγμένοι, έξω στο δάσος. Τότε οι τέσσερις σύντροφοι κάθισαν στο τραπέζι, αρκέστηκαν σε όσα είχαν περισσέψει, κι έφαγαν σαν να ήξεραν πως θα έμεναν νηστικοί τέσσερις εβδομάδες.
Όταν οι τέσσερις μουσικοί τελείωσαν, έσβησαν το φως και βρήκε ο καθένας ένα μέρος να κοιμηθεί, όπως ταίριαζε στη φύση του και όπως τον βόλευε. Ο γάιδαρος ξάπλωσε πάνω στην κοπριά στην αυλή, ο σκύλος πίσω από την πόρτα, η γάτα στο τζάκι, δίπλα στη ζεστή στάχτη, κι ο πετεινός κούρνιασε πάνω στο δοκάρι της στέγης. Κι επειδή ήταν κουρασμένοι από τον μακρύ δρόμο, αποκοιμήθηκαν γρήγορα.
Όταν πέρασαν τα μεσάνυχτα, κι οι ληστές είδαν από μακριά πως δεν έκαιγε πια φως στο σπίτι κι όλα έμοιαζαν ήσυχα, ο αρχηγός είπε: «Δεν έπρεπε να τρομάξουμε τόσο εύκολα.» Κι έστειλε έναν από αυτούς να πάει να εξετάσει το σπίτι. Ο ληστής βρήκε τα πάντα ήσυχα και μπήκε στην κουζίνα να ανάψει ένα φως. Κι επειδή πέρασε τα λαμπερά, πύρινα μάτια της γάτας για αναμμένα κάρβουνα, έβαλε ένα σπίρτο κοντά τους, για να πάρει φωτιά.
Η γάτα όμως δεν σήκωνε αστεία. Του πήδηξε στο πρόσωπο, φυσούσε και γρατζουνούσε. Εκείνος τρόμαξε φοβερά κι έτρεξε να βγει από την πίσω πόρτα, αλλά ο σκύλος, που ήταν ξαπλωμένος εκεί, πετάχτηκε πάνω και τον δάγκωσε στο πόδι. Κι όταν πέρασε τρέχοντας την αυλή, δίπλα από την κοπριά, ο γάιδαρος του έδωσε και μια γερή κλοτσιά με το πίσω του πόδι. Κι ο πετεινός, που τον είχε ξυπνήσει η φασαρία και ήταν πια ολόξυπνος, φώναξε από το δοκάρι: «Κικιρίκου!»
Τότε ο ληστής έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε πίσω στον αρχηγό του και είπε: «Αχ, μέσα στο σπίτι κάθεται μια φοβερή μάγισσα, που φύσηξε καταπάνω μου και μου γρατζούνισε το πρόσωπο με τα μακριά της δάχτυλα. Και μπροστά στην πόρτα στέκεται ένας άντρας με ένα μαχαίρι, που με τρύπησε στο πόδι. Και στην αυλή είναι ξαπλωμένο ένα μαύρο τέρας, που με χτύπησε με ένα ξύλινο ρόπαλο. Κι εκεί ψηλά, πάνω στη στέγη, κάθεται ο δικαστής, που φώναζε να του φέρουν τον κατεργάρη. Κι εγώ το έβαλα στα πόδια.»
Από τότε οι ληστές δεν τόλμησαν να ξαναπάνε στο σπίτι. Στους τέσσερις μουσικούς της Βρέμης όμως άρεσε τόσο πολύ εκεί μέσα, που δεν ήθελαν να φύγουν ποτέ πια. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.





