Σε ένα λιβάδι πάνω στο βουνό ένα άσπρο αρνάκι τρέχει πίσω από μια πεταλούδα, μακριά από το κοπάδι Στην άκρη του δάσους, δίπλα σε μια μικρή πηγή, ο λύκος κατσουφιάζει μπροστά στο μικρό αρνάκι Το αρνάκι τρέχει στην αγκαλιά του βοσκού, ενώ ο λύκος φεύγει για το δάσος με την ουρά στα σκέλια

Ο λύκος και το αρνί

Πίσω από την πεταλούδα · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−3:48

Για τους γονείς: Στον μύθο του Αισώπου ο λύκος τρώει τελικά το αρνάκι. Στην πιο ήπια εκδοχή το σώζουν την τελευταία στιγμή ο βοσκός και το σκυλί του.

Ένα αρνάκι κυνηγάει μια πεταλούδα, απομακρύνεται από το κοπάδι και στην άκρη του δάσους συναντά έναν λύκο που ψάχνει αφορμή. Ο μύθος του Αισώπου για την αδικία, σε ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Αίσωπος · 4 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Ο λύκος και το αρνί: το κείμενο του παραμυθιού

Αίσωπος (έκτος αιώνας προ Χριστού). Ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Σε ένα καταπράσινο λιβάδι πάνω στο βουνό έβοσκαν πολλά πρόβατα με τα μικρά τους. Ανάμεσά τους ήταν κι ένα μικρό αρνάκι, με απαλό άσπρο μαλλί και ροζ μυτούλα. Ήταν μόλις λίγων εβδομάδων, κι όλα του φαίνονταν καινούργια και ενδιαφέροντα. Όταν ο βοσκός αποκοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο, το αρνάκι είδε μια πεταλούδα κι έτρεξε πίσω της, χοροπηδώντας, ώσπου βρέθηκε ολομόναχο, μακριά από το κοπάδι, εκεί που άρχιζε το δάσος. Εκεί, δίπλα σε μια πέτρα με πράσινα βρύα, υπήρχε μια μικρή πηγή, κι από εκεί κυλούσε ένα ρυάκι. Το αρνάκι είχε διψάσει από το πολύ τρέξιμο, κι έσκυψε να πιει λίγο νερό.

Εκεί ακριβώς το πρόσεξε ο λύκος, την ώρα που έπινε. Ήταν μεγάλος, γκρίζος και πεινασμένος, και τα μάτια του άστραψαν. Θα μπορούσε να το αρπάξει αμέσως, μα ο λύκος ήθελε να φαίνονται όλα δίκαια, κι έψαχνε μια καλή αφορμή για να το φάει. «Πρώτα θα του αποδείξω πως φταίει», σκέφτηκε, «κι ύστερα θα το φάω με ήσυχη τη συνείδησή μου.» Στάθηκε λοιπόν λίγο πιο πάνω στο ρυάκι, κατσούφιασε και γρύλισε: «Εσύ εκεί! Μου θολώνεις το νερό, και δεν μπορώ να πιω!»

Το αρνάκι έτρεμε από τον φόβο του. «Συγγνώμη, κύριε λύκε», βέλαξε σιγανά, «εγώ όμως πίνω μόνο με την άκρη από τα χειλάκια μου. Κι έπειτα, στέκομαι πιο κάτω από σένα, και το νερό κατεβαίνει από σένα σε μένα. Πώς θα μπορούσα να σου θολώσω το νερό εκεί πάνω;» Ο λύκος έμεινε για λίγο σιωπηλός, γιατί αυτή τη φορά το κόλπο του δεν είχε πιάσει. Ύστερα γρύλισε ξανά: «Τότε θα είσαι εσύ που πέρσι έβρισες τον πατέρα μου!»

«Μα πέρσι εγώ δεν είχα καν γεννηθεί!» φώναξε το αρνάκι. Ο λύκος δεν ήξερε πια τι να πει. Το αρνάκι είχε δίκιο σε όλα, κι ο λύκος δεν μπορούσε να του βρει ούτε το παραμικρό φταίξιμο.

Τότε ο λύκος χαμογέλασε με κακία. «Μπορεί να έχεις απάντηση για όλα», είπε δείχνοντας τα δόντια του, «εγώ όμως θα σε φάω έτσι κι αλλιώς.» Και ήταν κιόλας έτοιμος να ορμήσει.

Εκείνη τη στιγμή όμως, κάτω στο λιβάδι, άρχισε να γαβγίζει το σκυλί του βοσκού. Ο βοσκός ξύπνησε, μέτρησε τα πρόβατα και κατάλαβε πως έλειπε ένα αρνάκι. «Αρνάκι μου, πού είσαι;» φώναξε, κι έτρεξε προς το δάσος με το ραβδί του στο χέρι. Μόλις το αρνάκι άκουσε τη φωνή του, δεν δίστασε ούτε στιγμή. Πέρασε σαν σίφουνας δίπλα από τον λύκο κι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ίσια στον βοσκό. Ο βοσκός το σήκωσε στην αγκαλιά του, και το σκυλί γάβγιζε δυνατά πίσω από τον λύκο. Ο λύκος έβαλε την ουρά στα σκέλια κι έφυγε τρέχοντας για το δάσος, πεινασμένος όπως και πριν.

Εκείνη τη μέρα το αρνάκι γλίτωσε, έμαθε όμως καλά πως δεν έπρεπε να απομακρυνθεί ποτέ ξανά από το κοπάδι. Αυτός ο μύθος μας δείχνει πως όποιος έχει αποφασίσει να φερθεί άδικα, δεν ακούει ούτε τα πιο δίκαια λόγια.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.