Μια κόκκινη, πεινασμένη αλεπού περπατά σε ένα σκονισμένο μονοπάτι ανάμεσα σε ηλιόλουστα αμπέλια Η αλεπού πηδά ψηλά κάτω από την κληματαριά, μα τα σκούρα τσαμπιά κρέμονται πιο ψηλά από όσο μπορεί να φτάσει Η αλεπού φεύγει από την κληματαριά με τη μύτη ψηλά, κι ο κότσυφας στην κερασιά κουνάει το κεφάλι του

Η αλεπού και τα σταφύλια

Η πεινασμένη αλεπού · αφήγηση: Ειρήνη
0:00−3:53

Μια πεινασμένη αλεπού βλέπει ψηλά σε μια κληματαριά τα πιο ωραία σταφύλια του κόσμου και δοκιμάζει τα πάντα για να τα φτάσει. Ο γνωστός μύθος του Αισώπου για το τι λέμε όταν κάτι δεν μας βγαίνει, σε ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Αίσωπος · 4 λεπ. · αφήγηση: Ειρήνη

Η αλεπού και τα σταφύλια: το κείμενο του παραμυθιού

Αίσωπος (έκτος αιώνας προ Χριστού). Ελεύθερη απόδοση από το αρχαίο ελληνικό πρωτότυπο.

Ήταν τέλη του καλοκαιριού, κι από το πρωί ο ήλιος έκαιγε τους πράσινους λόφους. Σε ένα σκονισμένο μονοπάτι, ανάμεσα στα αμπέλια, περπατούσε με μικρά βηματάκια μια αλεπού με κόκκινη γούνα και φουντωτή ουρά. Όλη μέρα δεν είχε βρει τίποτα να βάλει στο στόμα της, κι η κοιλιά της γουργούριζε δυνατά. «Αν δεν βρω γρήγορα κάτι νόστιμο, θα λιποθυμήσω από την πείνα», μουρμούρισε, κι έγλειψε λυπημένα τα χείλη της.

Τότε, στην άκρη ενός αμπελιού, είδε μια ψηλή κληματαριά, όλη πλεγμένη με κλήματα. Από πάνω κρέμονταν τσαμπιά σταφύλια, μεγάλα και σκούρα, σχεδόν μαύρα, και τόσο ώριμα, που γυάλιζαν στον ήλιο. Η αλεπού σταμάτησε σαν μαγεμένη. «Μμμ, τι γλυκά σταφύλια!» φώναξε, και της έτρεξαν τα σάλια. «Σαν να τα κρέμασαν εκεί επίτηδες για μένα.»

Στάθηκε κάτω από την κληματαριά, σηκώθηκε στα πισινά της πόδια και τεντώθηκε όσο πιο ψηλά μπορούσε. Με τη μουσούδα της σχεδόν έφτανε το πιο χαμηλό τσαμπί, μα έλειπε ακόμα ένα καλό κομμάτι. «Δεν πειράζει», είπε στον εαυτό της, «θα πηδήξω.» Πετάχτηκε ψηλά και πήγε να αρπάξει τις ρώγες με τα δόντια της, μα δάγκωσε μόνο αέρα. Προσγειώθηκε στο χώμα, και σηκώθηκε ένα συννεφάκι σκόνης.

Η αλεπού όμως δεν τα παράτησε τόσο εύκολα. Πήδηξε ξανά, και ξανά, κάθε φορά λίγο πιο ψηλά. Δοκίμασε να πάρει φόρα από μακριά, δοκίμασε να πηδήξει από μια πέτρα στην άκρη του μονοπατιού, προσπάθησε ακόμα και να σκαρφαλώσει σε ένα ξύλινο παλούκι, μα γλίστρησε. Δοκίμασε όλα τα κόλπα που ήξερε, κι ήξερε πάρα πολλά. Τα σταφύλια όμως κρέμονταν ήσυχα εκεί πάνω, σαν να γελούσαν σιγανά μαζί της.

Στο τέλος ήταν τόσο κουρασμένη, που μόλις και μετά βίας ανάσαινε. Η γλώσσα της κρεμόταν έξω από το στόμα, τα πόδια της πονούσαν, κι ακόμα κι η ουρά της είχε γείρει άκεφα. Σε ένα κλαδί μιας κερασιάς εκεί κοντά καθόταν ένας κότσυφας, που όλη την ώρα την κοίταζε με περιέργεια. Η αλεπού του έριξε μια λοξή ματιά. Δεν της άρεσε καθόλου που κάποιος την είχε δει να μην τα καταφέρνει.

Έτσι, τίναξε από πάνω της τη σκόνη, σήκωσε το κεφάλι κι έκανε πως δεν είχε γίνει τίποτα. Κι ενώ έφευγε, είπε στον εαυτό της, αρκετά δυνατά όμως για να την ακούσει ο κότσυφας: «Μπα, έτσι κι αλλιώς είναι άγουρα ακόμα. Δεν έχουν ωριμάσει καθόλου! Ποιος θέλει τέτοια ξινά σταφύλια; Εγώ πάντως όχι.» Κι απομακρύνθηκε στο μονοπάτι με τη μύτη ψηλά, σαν να το ήξερε από την αρχή.

Ο κότσυφας όμως απλώς κούνησε το κεφάλι του. Ήξερε πολύ καλά πως τα σταφύλια ήταν γλυκά σαν μέλι, γιατί το πρωί τα είχε δοκιμάσει ο ίδιος. Μόλις η αλεπού χάθηκε πίσω από τη στροφή, πέταξε πάνω στην κληματαριά κι απόλαυσε άλλη μια ζουμερή ρώγα.

Έτσι κάνουν και μερικοί άνθρωποι: όταν δεν μπορούν να τα καταφέρουν σε κάτι, επειδή δεν είναι αρκετά δυνατοί, λένε πως φταίνε τα πράγματα γύρω τους.

Βρήκες κάποιο λάθος σε αυτό το παραμύθι; Γράψε μας.